Την κρίση στις σχέσεις της Τζόρτζια Μελονι με τον Ντόναλντ Τραμπ ακολούθησε μια περίοδος αυξημένης εξωτερικής πίεσης προς την Ιταλία καθώς η Ρώμη βρίσκεται ταυτόχρονα στο στόχαστρο της ρωσικής επικοινωνιακής επιθετικότητας. Η δημόσια επίπληξη του αμερικανού προέδρου προς την ιταλίδα πρωθυπουργό – με αφορμή τη στάση της στον πόλεμο με το Ιράν και τις επικρίσεις της για τις επιθέσεις κατά του Πάπα – σηματοδότησε μια απότομη ψύχρανση μιας σχέσης που μέχρι πρόσφατα παρουσιαζόταν ως η βάση για την πιο στέρεη διατλαντική γέφυρα στην Ευρώπη.

Η Μελόνι απάντησε ότι «οι σύμμαχοι δεν είναι υποτελείς», επιχειρώντας να χαράξει μια πιο αυτόνομη γραμμή, με φόντο τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες και τις εκλογές του 2027. Σχεδόν ταυτόχρονα, δέχθηκε ευθύβολα πυρά μέσω ακραία φιλοκρεμλινικής ρητορικής στη ρωσική κρατική τηλεόραση, με βαρείς χαρακτηρισμούς και κατηγορίες ότι «πρόδωσε» τόσο τους ψηφοφόρους της όσο και τον ίδιο τον Τραμπ.

Η Ρώμη αντέδρασε καλώντας τον ρώσο πρεσβευτή για εξηγήσεις, ενώ η επίθεση προκάλεσε σπάνια πολιτική συσπείρωση στο εσωτερικό της Ιταλίας, με κυβέρνηση και αντιπολίτευση να καταδικάζουν ενιαία τη ρητορική. Η χρονική συγκυρία δεν πέρασε απαρατήρητη: η στοχοποίηση ήρθε λίγες μέρες μετά την επαναβεβαίωση της ιταλικής στήριξης προς την Ουκρανία και τη συζήτηση για κοινή παραγωγή drones με το Κίεβο.

Η Μελόνι ηγείται μιας δεξιάς κυβέρνησης που έχει παράσχει στρατιωτική και πολιτική βοήθεια στην Ουκρανία από την εισβολή της Ρωσίας. Ωστόσο, ο κυβερνητικός της συνασπισμός περιλαμβάνει και το κόμμα Λέγκα, το οποίο έχει διατηρήσει στενούς δεσμούς με το Κρεμλίνο. «Πιστεύουμε ότι η στήριξη του Κιέβου δεν είναι μόνο ηθικό καθήκον αλλά και στρατηγική αναγκαιότητα», είπε η Μελόνι, μιλώντας με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, που επισκέφθηκε την Ιταλία. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε δηλώσει ότι ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για την ανάπτυξη κοινής παραγωγής drones με την Ουκρανία.

Επίσης η ιταλίδα πρωθυπουργός αποφάσισε να απαντήσει με ανάρτησή της στο Διαδίκυτο στον ρώσο τηλεοπτικό παρουσιαστή Βλαντίμιρ Σολοβιόφ, ο οποίος σε εκπομπή του τη χαρακτήρισε, μεταξύ των άλλων, «πιστοποιημένη ηλίθια» και «φασιστικό σκουπίδι». Η Μελόνι απέρριψε το ξέσπασμα του Σολοβιόφ ως προπαγάνδα. «Ενας επιμελής προπαγανδιστής του καθεστώτος δεν μπορεί να δίνει μαθήματα συνέπειας ή ελευθερίας», έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεσμευόμενη ότι η Ιταλία «δεν θα αλλάξει πορεία».

Οσον αφορά το άλλο ανοιχτό μέτωπο, ήταν μέσα στο κυβερνητικό αεροσκάφος κάπου μεταξύ Βερόνας και Ρώμης που η ιταλίδα πρωθυπουργός έμαθε ότι ο Τραμπ την είχε χαρακτηρίσει «απαράδεκτη». Οι συνεργάτες της είχαν επισημάνει μια συνέντευξη του αμερικανού προέδρου στην Corriere della Sera, που δημοσιεύθηκε στις 14 Απριλίου. Τη διάβασε και, σύμφωνα με την ιταλική εφημερίδα, κατέληξε σε μια φράση που είχε ήδη χρησιμοποιήσει εκείνο το απόγευμα: «Το να είμαστε σύμμαχοι δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές και σίγουρα δεν σημαίνει να είμαστε υποτελείς».

Μέχρι πρόσφατα η Μελόνι ήταν ίσως η πιο κοντινή ευρωπαία σύμμαχος του Τραμπ. Για τον καθηγητή Διεθνούς Ιστορίας Μάριο ντελ Πέρο, η ρήξη ήταν δομικά αναπόφευκτη. «Γινόταν πολιτικά μη βιώσιμο για τη Μελόνι να συνδέεται με τον Τραμπ», είπε. «Είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής στην Ευρώπη και στην Ιταλία. Η υπερβολική εγγύτητα μαζί του είναι φιλί θανάτου για έναν ευρωπαίο πολιτικό». Η κόντρα άλλωστε πυροδοτήθηκε και από την απόφαση της Ρώμης να αναστείλει την ανανέωση συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας με το Ισραήλ, γεγονός που ενίσχυσε περαιτέρω τις εντάσεις.

Αναλυτές βάζουν κάτω τα νέα δεδομένα και αποφαίνονται ότι η φιλοδοξία της Μελόνι να λειτουργήσει ως σύνδεσμος μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών ήταν πάντα μια ψευδαίσθηση. «Σε βασικά ζητήματα πρέπει να πας με τη μία ή την άλλη πλευρά. Ενόψει των εκλογών του 2027, η λογική της αποστασιοποίησης από τον Τραμπ είναι σαφής» ενώ οι εντάσεις αντικατοπτρίζουν «πολιτικά αναγκαία αναπροσαρμογή» και όχι θεμελιώδη αλλαγή εξωτερικής πολιτικής.

Με αφορμή δε το περιστατικό με τον ρώσο τηλεπαρουσιαστή που οδήγησε σε διπλωματικό επεισόδιο, σχολιαστές μένουν στο ότι η απάντηση της Μελόνι έλαβε σπάνια στήριξη από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της Ιταλίας, συμπεριλαμβανομένης της αντιπολίτευσης. Αντίστοιχα και τα πρωτοσέλιδα της επόμενης μέρας του επεισοδίου με τον πρόεδρο Τραμπ, μιλούσαν για μια σπάνια πολιτική συναίνεση και μια κοινή στάση στη λογική «πρώτα η Ιταλία» σύμφωνα με την Il Giornale.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000