Η συχνότητα και η κανονικότητα των γευμάτων φαίνεται να επηρεάζουν σημαντικά τόσο την ποιότητα του ύπνου όσο και τη συνολική ποιότητα ζωής. Νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι οι άνθρωποι που τρώνε πιο συχνά και με ακανόνιστο πρόγραμμα έχουν χειρότερο ύπνο και χαμηλότερα επίπεδα ευεξίας.
Η έρευνα διαπίστωσε ότι όσοι καταναλώνουν πολλά γεύματα μέσα στην ημέρα (περίπου 9 ή περισσότερα) εμφανίζουν χειρότερη ποιότητα ύπνου και μειωμένη ψυχική ευεξία. Η παρατεταμένη χρονική περίοδος κατανάλωσης φαγητού μέσα στην ημέρα (δηλαδή όταν κάποιος τρώει από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ) σχετίζεται με μικρότερη διάρκεια ύπνου και χαμηλότερη σωματική λειτουργικότητα. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα μεταξύ του τελευταίου γεύματος και της κατάκλισης, τόσο καλύτερη είναι η ποιότητα ύπνου και η συνολική λειτουργικότητα. Η ακανόνιστη διατροφή (χωρίς σταθερές ώρες γευμάτων) συνδέεται επίσης με χειρότερο ύπνο και χαμηλότερη σωματική υγεία.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 3.463 άτομα στην Ολλανδία, με μέση ηλικία τα 63,6 έτη. Οι συμμετέχοντες παρείχαν πληροφορίες για τη συχνότητα και το ωράριο των γευμάτων τους, το πόσο σταθερό ή ακανόνιστο ήταν το πρόγραμμά τους και τις ώρες ύπνου και αφύπνισης.
Η ποιότητα του ύπνου αξιολογήθηκε με ειδικό ερωτηματολόγιο, ενώ η διάρκεια του ύπνου καταγράφηκε μέσω φορητών συσκευών που φορούσαν οι συμμετέχοντες για οκτώ ημέρες. Η ποιότητα ζωής μετρήθηκε με διεθνώς αναγνωρισμένο δείκτη υγείας.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα ευρήματα δείχνουν ότι μικρές αλλαγές στις καθημερινές διατροφικές συνήθειες μπορεί να έχουν ουσιαστικό όφελος: σταθερά και τακτικά γεύματα μέσα στην ημέρα, περιορισμός της χρονικής διάρκειας κατανάλωσης τροφής, αποφυγή φαγητού αργά το βράδυ και μεγαλύτερο διάστημα μεταξύ δείπνου και ύπνου. Οι αλλαγές αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μελλοντικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στη βελτίωση του ύπνου και της συνολικής υγείας.
Παρά την προφανή σημασία των ευρημάτων, οι ερευνητές επισημαίνουν ορισμένους περιορισμούς όπως το ότι δεν εξετάστηκε η ποιότητα ή η ποσότητα των γευμάτων, ή η διάρκεια ύπνου ενδέχεται να έχει υπερεκτιμηθεί.
Συμπερασματικά, η ώρα και η συχνότητα των γευμάτων δεν επηρεάζουν μόνο το βάρος ή τον μεταβολισμό, αλλά φαίνεται να παίζουν καθοριστικό ρόλο και στον ύπνο και την καθημερινή λειτουργικότητα. Η υιοθέτηση πιο σταθερών και ισορροπημένων διατροφικών συνηθειών μπορεί να αποτελέσει ένα απλό αλλά αποτελεσματικό βήμα προς μια καλύτερη ποιότητα ζωής.
Ο Κώστας Τσιούφης είναι καθηγητής Καρδιολογίας ΕΚΠΑ – Α’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών






