Το τελευταίο βιβλίο του Μπαρτ Ερμαν λέγεται «Αγάπα τον ξένο σου». Ο αμερικανός καθηγητής παρουσιάζει εδώ τον Ιησού ως έναν ηθικό επαναστάτη, ο οποίος εισήγαγε στον κόσμο όχι την ιδέα της αγάπης ή του αλτρουισμού, αλλά την πεποίθηση πως όταν συμβαίνει μια καταστροφή, ένας τυφώνας ή ένας σεισμός, έχουμε χρέος να βοηθήσουμε τα θύματα, έστω κι αν δεν τα γνωρίζουμε ή δεν θα τα γνωρίσουμε ποτέ. Αυτή η έννοια δεν υπήρχε στην ελληνική ή τη ρωμαϊκή ηθική φιλοσοφία της εποχής. Ο ίδιος την ενστερνίζεται, μολονότι δεν είναι χριστιανός. Οπως λέει όμως σε ένα podcast με τον Ρος Ντάτχατ των «New York Times», τον προβληματίζει ότι πολλοί χριστιανοί λένε πως είναι χριστιανοί, λένε πως ακολουθούν τον Ιησού, δεν ακολουθούν όμως τη βασική του διδασκαλία. Κι αυτή η διδασκαλία είναι σαφής: πρέπει να βοηθάς τους ανθρώπους που δεν είναι σαν κι εσένα – τους άλλους. Δεν πρέπει να τους απειλείς ότι θα τους οδηγήσεις στη Λίθινη Εποχή, δεν πρέπει να τους κάνεις να υποφέρουν μόνο και μόνο επειδή δεν σ’ αρέσουν ή επειδή δεν τους θέλεις δίπλα σου.
Το αντικείμενο όμως του συγκεκριμένου podcast είναι άλλο. Ο δημοσιογράφος των «ΝΥΤ», συντηρητικός και καθολικός ο ίδιος, θέλει να μάθει από τον συνομιλητή του, έναν από τους επιφανέστερους μελετητές της Καινής Διαθήκης, πρώτον αν ο Ιησούς υπήρξε ως ιστορικό πρόσωπο και δεύτερον αν έκανε θαύματα, αν περπάτησε στο νερό και, φυσικά, αν αναστήθηκε εκ νεκρών. Ως προς το πρώτο, ο Ερμαν λέει ότι υπάρχουν συντριπτικές ενδείξεις. Στο κάτω – κάτω, στις επιστολές που έγραψε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στις συναντήσεις του με τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Ιησού. Αν ο Ιησούς δεν είχε υπάρξει, δεν θα το ήξερε ο αδελφός του;
Το ερώτημα είναι τι πραγματικά έλεγε και έκανε ο Ιησούς. Και εδώ, ο Ερμαν υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τοις μετρητοίς τις βασικές μας πηγές, δηλαδή τα τέσσερα Ευαγγέλια του κανόνα της Καινής Διαθήκης (κατά Μάρκον, κατά Ματθαίον, κατά Λουκάν και κατά Ιωάννην). Για τρεις λόγους. Επειδή συχνά αντιφάσκουν μεταξύ τους περιγράφοντας το ίδιο γεγονός: το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι στο κατά Μάρκον ο Ιησούς λέει στους μαθητές του να πάνε να θεραπεύσουν τους ασθενείς παίρνοντας μαζί τους ένα μπαστούνι για την πεζοπορία, ενώ στο κατά Ματθαίον τους λέει να μην πάρουν μπαστούνι. Επειδή τα Ευαγγέλια είναι γραμμένα από ανθρώπους που δεν βρίσκονταν εκεί εκείνη την εποχή, δεν ζούσαν στην εβραϊκή γη, δεν μιλούσαν την αραμαϊκή: ζουν αρκετές δεκαετίες αργότερα και καταγράφουν αυτά που άκουσαν. Και επειδή δεν ξέρουμε καν ποιοι είναι οι πραγματικοί συγγραφείς αυτών των Ευαγγελίων. Ο χριστιανισμός διαδόθηκε εκείνη την εποχή σε όλη τη Μεσόγειο. Εφημερίδες δεν υπήρχαν ούτε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν αγράμματοι. Κάποιος στην Ιερουσαλήμ έλεγε μια ιστορία σε κάποιον από την Αντιόχεια κι αυτό συνεχιζόταν για 30, 40, 50 χρόνια μέχρι η ιστορία αυτή να καταγραφεί. Οι ιστορίες λοιπόν αλλάζουν. Και πολλές φορές υπάρχει λόγος που αλλάζουν.
Για να αξιολογήσει κανείς μια ιστορία, όπως ότι ο Ιησούς περπάτησε στο νερό, πρέπει να θέσει ορισμένα κριτήρια. Υπήρξαν ανεξάρτητοι μάρτυρες; Είναι κάτι αληθοφανές; Εχει ξανασυμβεί στην ιστορία του σύμπαντος; Ο Ερμαν δεν συμπεραίνει ότι το συγκεκριμένο επεισόδιο δεν συνέβη. Αυτό που λέει είναι ότι, αν συνέβη, δεν υπάρχει τρόπος να αποδειχθεί ιστορικά, καθώς είναι πολύ πιθανότερες άλλες εξηγήσεις. Το ίδιο ισχύει και για την Ανάσταση. Πριν συλληφθεί, δικαστεί και σταυρωθεί ο Ιησούς, οι οπαδοί του πίστευαν ότι ήταν ο Μεσσίας, ότι θα ανέτρεπε τους εχθρούς του Θεού και θα ίδρυε ένα βασίλειο. Μετά τη σταύρωση, το αφήγημα αυτό κλονίστηκε. Και αντικαταστάθηκε από την πεποίθηση ότι ο Θεός ήθελε ο Ιησούς να πεθάνει επειδή ήταν ο εκλεκτός. Πώς το ξέρουμε ότι ήταν ο εκλεκτός; Επειδή αναστήθηκε. Αν δεν υπήρχε η Ανάσταση, ο Ιησούς θα ήταν άλλος ένας προφήτης που θα είχε κηρύξει κάτι και θα είχε πεθάνει γι’ αυτό. Κι έτσι δεν θα υπήρχε χριστιανισμός.
Μπαρτ Ερμαν (1955 – )
Αν υπήρχε Θεός
Ειδικός για την Καινή Διαθήκη, καθηγητής Θρησκευτικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας και συγγραφέας άνω των 30 βιβλίων, ο Ερμαν δεν ήταν πάντα αγνωστικιστής και άθεος. Γεννήθηκε σε ένα χριστιανικό σπίτι στο Κάνσας και στα 15 του έγινε ένας στρατευμένος Ευαγγελικός χριστιανός. Επί τρία χρόνια διάβαζε τη Βίβλο και θεολογία μέρα – νύχτα. Η απομάκρυνσή του από την Ευαγγελική πίστη ξεκίνησε όταν άρχισε να μελετά ελληνικά χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης. Και ολοκληρώθηκε όταν άρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Rutgers με αντικείμενο τον πόνο στον κόσμο μας. Εκεί συνειδητοποίησε ότι όλες οι μονοθεϊστικές θρησκείες έχουν πρόβλημα με την ύπαρξη του Θεού, δεδομένης της έκτασης του πόνου. Και αποφάσισε ότι αν υπήρχε ένας παντοδύναμος και πανταχού παρών Θεός που αγαπάει όλα τα ανθρώπινα όντα, δεν θα πέθαιναν κάθε λεπτό άνθρωποι από την πείνα.






