Να θυμηθώ πάλι εκείνη τη φράση που μου είπε κάποτε ένας ψευδολόγιος ταξιτζής και είναι παντοτινή: «Τι τα θέλετε, κύριέ μου, είμεθα κράτος αναπόφευκτον». Διαχρονική ρήση και all time classic. Αναπόφευκτη. Που σημαίνει πως το ρουσφέτι είναι κακό πράγμα, αλλά αν αιφνιδίως έπαυε να υπάρχει σε όλη την επικράτεια, θα είχαμε αποχή στις εκλογές της τάξεως του 90%. Διότι ποιο ενδιαφέρον θα έβρισκε πλέον στην πολιτική ο μέσος Ελλην, ιδίως ο agricola, εφόσον ο εντεταλμένος βουλευτής θα σταματούσε να τον εξυπηρετεί; Ποιο το νόημα πια για τον αγρότη, τον σιδερά, ή τον υπάλληλο στην τράπεζα; Θα τον ένοιαζε αν επαληθευτούν οι δέκα θέσεις για τον Φόιερμπαχ, ή αν έπεσε έξω ο Πουλαντζάς στις μάταιες αναλύσεις του για το καπιταλιστικό κράτος;
Κλάιν μάιν. Ο βουλευτής ήταν ανέκαθεν ένα εργαλείο και έκανε πάντα και μια συμπληρωματική δουλειά: εξυπηρέτηση του πολίτη, διεκπεραίωση εργασιών, διευκόλυνση, παρέμβαση στο κεντρικό κράτος για να λυθούν προβλήματα – κυρίως: ο βουλευτής ήταν σχεδόν ένας μάνατζερ του κτηνοτρόφου. Η σχέση μεταξύ τους ήταν δυνατή, ξεκάθαρη, σίγουρη και αιώνια. Ούτε ιδέες, ούτε ιδεολογήματα, ούτε ουμανισμοί, ούτε χαζομάρες. Απλό πράγμα: συμφέρον. Αλλιώς τι να τον κάνεις τον βουλευτή; Να τον πληρώνεις και να τον καμαρώνεις ως ξόανο του αεροδρομίου;
Μην κοιτάς τώρα τους ψεύτες που ξαφνικά ανακάλυψαν το αδιανόητο, το τερατώδες, το απαράδεκτο: ότι υπάρχει ρουσφέτι. Η ίδια η λέξη «ρουσφέτι» που μάλλον είναι τούρκικη δείχνει εξάλλου και την αδιατάρακτη συνέχεια της Ιστορίας: απ’ το μπαχτσίσι ως το ρουσφέτι και πάντα με επίκεντρο τον παρά η διαδρομή είναι ευθεία και καθαρή, χωρίς παρεξηγήσεις και φιοριτούρες. Σαφής, σταθερή και αδιατάρακτη. Το νόημα διαυγές. Και μην μου πει κάποιος πως δεν το ξέρει αυτό – βέβαια ο Ελλην εξεγείρεται όταν το ρουσφέτι συμφέρει στον γείτονα, αλλά αν είναι να βοηθήσει τον ίδιο, τότε είναι νόμιμο και τι καλό παιδί είναι ο βουλευτής που μας εξυπηρέτησε και το αναπόφευκτον κράτος.
Δεν πάμε, λέω εγώ, να ξύσουμε πατσές; Δηλαδή, τι θέτε, να φτάσουμε σε τέτοια παρακμή, σε τέτοια απόλυτη αλλοίωση της πολιτικής, σε τέτοιο ξεπεσμό ώστε να καταργήσουμε το ρουσφέτι; Τόσα χρόνια, μάς λέει η ρουμάνα εισαγγελέας, η κ. Κοβέσι, δεν καταλάβατε τίποτε; Εμ, εσύ κυρία μου, είχες πενήντα χρόνια κομμουνισμό, Τσαουσέσκου, και δεν το κατάλαβες, άρα πώς να μας εντυπωσιάσει εμάς κάτι που είναι η ίδια η ουσία της πολιτικής εν Ελλάδι, που είναι η ίδια η Ρωμιοσύνη; (Νάτη, πετιέται αποξαρχής!). Το ξέραμε, το ασκούσαμε (το ρουσφέτι) το θεωρούσαμε αυτονόητο και κινητήρια δύναμη της πολιτικής και της Ιστορίας. Το πιο ουσιώδες κίνητρο – δεν είναι η βία η μαμά της Ιστορίας που λέει ο Γκλέτσος, αλλά το ρουσφέτι, που δίνει την κίνηση, που είναι καύσιμο και ποιητικό αίτιο της προόδου. Μπορείς άραγε να κάνεις κάτι στην Ελλάδα, να διοριστείς οπουδήποτε, σε κάποια καλή θέση, χωρίς τη μεσολάβηση της πολιτικής, ή την κάλυψή της; Οχι. Επομένως τι μας λέει τώρα η εισαγγελεύς ενώ αγνοεί τη βασική δομή και κίνηση της ελληνικής κοινωνίας; Να τα καταστρέψουμε, δηλαδή, όλα;
Και μήπως τα λεγόμενα «ταξικά κόμματα» τι άλλο κάνουν από το να πρακτορεύουνε ευθέως και απροκάλυπτα τα οικονομικά συμφέροντα συγκεκριμένων ανθρώπων; Προσέξτε, όχι συνολικά της χώρας ως οφείλουν, όχι του σύνολου κράτους, όχι όλου του λαού και του έθνους, αλλά συγκεκριμένης τάξης, κι επιπλέον, κάποιοι μιλάνε και για ταξικό μίσος. Συνεπώς, ποιο το πρόβλημα; Κόμματα εξυπηρετούν επισήμως ολόκληρες τάξεις, και στελέχη τους μεμονωμένους, ταλαιπωρημένους πολίτες, ή, λαμόγια, που είναι και το συνηθέστερο – αν και η έννοια της λαμογιάς είναι κάτι πιο γενικευμένο. A propos, δε, βλέπω και βαθιές συγγένειες με τη μασονία, ή οποία σε τι βαθμό κάνει κάτι το διαφορετικό απ’ τα κόμματα ή τον συνδικαλισμό; Κι αυτή στηρίζεται στην αλληλεγγύη των μελών και στο έμμεσο ή άμεσο ρουσφέτι κάποιου δικού μας. (Αλληλοβοήθεια, το λένε αυτό).
Ετσι συμβαίνει, διότι, μόνο με ιδέες δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος, ούτε το ζωικό κεφάλαιο. Τα αμέτρητα βόδια. Ολοι χρειάζονται και υλική βοήθεια εκτός από τα ευγενικά ιδεώδη. Μεσολάβηση. Βέβαια, τώρα, στο όνομα της ανειλικρινούς εντιμότητας και ενός προσχηματικού φαίνεσθαι, γίνεται φασαρία με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά μάλλον με πενιχρά, τελικά, αποτελέσματα – κράτα και μικρό καλάθι. Το ουσιώδες: όποιος πιστεύει πραγματικά ότι μπορεί να υπάρξει πολιτική κι όχι μόνο εν Ελλάδι (που δεν είμαστε και οι χειρότεροι απατεώνες) χωρίς ρουσφέτι και διαμεσολάβηση, είναι είτε επιθετικά αφελής, είτε γιγαντιαίος ψεύτης. Και, θα το δούμε: μόλις καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός, το ρουσφέτι πάλι θα ανθίσει, θα ενισχύσει τους δεσμούς του λαού με την πολιτική, και θα θριαμβεύει επί των μεγάλων, ανύπαρκτων ιδεών. Και το κράτος, κύριέ μου, θα παραμείνει πάλι και για πάντα αναπόφευκτον.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η μόνη διαχρονική πραγματικότητα και δεν θα πεθάνει ποτέ, απλώς θα μειωθεί πρόσκαιρα, θα μεταλλάσσεται αενάως, θα γίνει πιο κομψός, πιο επιδέξιος, θα μετονομαστεί, θα κρύβεται καλύτερα και, δυστυχώς, παντοτινά, θα επανέρχεται μεταμορφωμένος. Je suis ΟΠΕΚΕΠΕ;






