Η δίκη των Τεμπών, ήδη δύσκολη από μόνη της, ξεκίνησε μέσα σε ένα βαρύ πολιτικό κλίμα. Θα διαρκέσει πολύ και σε όλη τη διαδρομή της θα υφίσταται τις επιδράσεις των πολιτικών εξελίξεων. Ιδίως αν η χώρα παραφρονήσει και συρθεί σε μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση εν μέσω πολεμικών εντάσεων και διεθνούς οικονομικής αστάθειας. Με τη σειρά της και αντιστρόφως, η δίκη στη διάρκειά της θα επηρεάσει την πολιτική – κοινωνική ατμόσφαιρα. Είναι κρίσιμο ζήτημα, επομένως, να μη στρεβλωθούν οι σημασίες της. Οι σημασίες στον πληθυντικό, όχι στον ενικό. Γιατί χωρίς αμφιβολία πρόκειται για ένα πολυσήμαντο γεγονός, καθώς η «υπόθεση των Τεμπών» προσέλαβε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που χρειάζεται να υπογραμμιστούν ενόψει της δίκης.

Γιατί «ιδιαίτερα» χαρακτηριστικά; Υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά στα εθνικά δυστυχήματα; Υπάρχουν σταθερά μοτίβα που μπορούμε να τα διαγνώσουμε; Ασφαλώς υπάρχουν. Οι κοινωνικές επιστήμες και η ιστορία έχουν μελετήσει τα μεγάλα δυστυχήματα, τις φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές. Το ίδιο έκαναν προσφάτως ενόψει της δίκης έγκριτοι έλληνες κοινωνιολόγοι, ιστορικοί και νομικοί σε ειδικό τόμο με τίτλο «Εθνικά Δυστυχήματα. Από το “Χειμάρρα” στο Μάτι και τα Τέμπη» («Το Βήμα στην Ιστορία», τόμος 16, 2026, επιμ. σειράς Β. Παναγιωτόπουλος, Γ. Βούλγαρης, Σ. Ριζάς,). Ανατρέχοντας σε μείζονες τεχνολογικές ή φυσικές καταστροφές στη μεταπολεμική Ελλάδα (ναυάγια, σεισμοί, πυρκαγιές, πλημμύρες, κ.λπ.), εντόπιζαν κοινές συνθήκες, κοινές αντιδράσεις, κοινές συνέπειες – χωρίς ασφαλώς να ξεχνούν ότι η απώλεια και ο πόνος πέφτουν κάθε φορά σε συγκεκριμένες  οικογένειες και ανθρώπους. Κυρίως εντόπιζαν τη μεταβολή και την εξέλιξη της κοινωνικής αντίληψης ως προς τον  θάνατο, τον κίνδυνο, και τις ευθύνες για τα συμβάντα.

Ποια ήταν τα κύρια πορίσματα; Το πρώτο αφορούσε ακριβώς την αλλαγή της κοινωνικής αντίληψης. Οσο οι κοινωνίες εκσυγχρονίζονταν, τα «εθνικά δυστυχήματα» έπαυαν να αποδίδονται στο «μοιραίο» ή στην «κακιά στιγμή». Αντιθέτως, κέρδιζε έδαφος η πεποίθηση ότι η πρόληψη, η θεσμική οργάνωση, η συλλογική και ατομική ευθύνη έπαιζαν ουσιαστικό ρόλο, είτε για την αποφυγή είτε για τη διαχείριση των συνεπειών τους. Ακόμα σημαντικότερο, άλλαξαν οι απαιτήσεις των πολιτών για ασφάλεια. Μέσα στο νέο πνεύμα της κοινωνίας της ευημερίας, της κατανάλωσης, του ρίσκου (risk society), η «υποχρέωση» του κράτους να εξασφαλίζει την ευζωία των πολιτών έγινε κοινωνικό αξίωμα.

Το δεύτερο πόρισμα αφορούσε την αλλαγή της κοινωνικής αντίληψης για τις ανθρώπινες απώλειες. Από τους νεκρούς, τους συνήθως χωρίς όνομα άτυχους που βρέθηκαν στον λάθος τόπο τη λάθος στιγμή, περάσαμε πλέον στα θύματα, με όνομα και επίθετο κατά κανόνα, με συγγενείς που «κληρονομούν» δικαιώματα αποζημίωσης από την πολιτεία, η οποία είναι πλέον σχεδόν εξ ορισμού συνυπαίτια των αιτίων του δυστυχήματος. Γι’ αυτό, άλλωστε, τα μεταπολεμικά κράτη όντως επιδόθηκαν στη βελτίωση των υποδομών και των δημόσιων υπηρεσιών με στόχο μεταξύ άλλων την ασφάλεια, την πρόληψη και την κατά το δυνατόν προστασία από ενδεχόμενο κίνδυνο ατυχήματος. Βεβαίως, δεν έπαψαν να συμβαίνουν τεχνολογικές καταστροφές και δυστυχήματα, αλλά έγιναν λιγότερο συχνά, και όταν συνέβαιναν έδιναν αφορμή για την πραγματοποίηση αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, ώστε να βελτιωθεί η ασφάλεια.

Αυτό ήταν και το τρίτο πόρισμα. Αυτή η «υποχρέωση» του κράτους έγινε ουσιαστικός μοχλός εκσυγχρονισμού των κοινωνιών και μέτρο αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των εκάστοτε κυβερνήσεων. Το είδαμε και στην Ελλάδα. Η διαλεκτική δυστύχημα – παθογένειες – μεταρρυθμίσεις συνέβαλε να βελτιωθούν και να εκσυγχρονιστούν οι υποδομές, οι κανόνες και τα πρωτόκολλα. Τα ναυάγια έδωσαν αφορμή στη βελτίωση των πλοίων και των κανόνων ναυσιπλοΐας, οι σεισμοί στη βελτίωση της αντισεισμικότητας των κατασκευών, οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες στις προσπάθειες πρόληψης.

Το ιδιότυπο ελληνικό παράδειγμα

Σε αυτές τις γενικές τάσεις των σύγχρονων κοινωνιών, η Ελλάδα προσέθετε τουλάχιστον δύο γνωστές δικές της ιδιοτυπίες. Κατ’ αρχάς, τη σχιζοφρενική στάση της κοινωνίας προς το κράτος. Από τη μια, γενικευμένη καχυποψία και έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, από την άλλη, η μόνιμη επίκληση «πού είναι το κράτος». Δηλαδή, εύκολη παραπομπή στο κράτος όλων των προβλημάτων, ενώ η ίδια η κοινωνία δύσκολα αναγνωρίζει την προσωπική και συλλογική ευθύνη για το συγκεκριμένο κάθε φορά περιστατικό. Το δεύτερο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι η επίσης γνωστή υπερπολιτικοποίηση και ακραία κομματικοποίηση όλων σχεδόν των ζητημάτων.

Ολα τα ανωτέρω πορίσματα μπορούμε να τα αναγνωρίσουμε στην περίπτωση του δυστυχήματος των Τεμπών. Αλλά δεν φτάνουν. Γιατί συνιστά εμφανή ιδιαιτερότητα στη μεταπολεμική ιστορία των εθνικών δυστυχημάτων. Κανένα άλλο δεν παρήγαγε τόση μαζική συναισθηματική φόρτιση και κινητοποίηση, τόση πολιτικοποίηση και κομματικοποίηση, τόση συνωμοσιολογία, ανορθολογισμό και τρελές «εμπειρογνωμοσύνες», που κυριάρχησαν μάλιστα για ένα διάστημα στη δημόσια σφαίρα. Δύο νομίζω αιτίες ερμηνεύουν τον ιδιαίτερο τρόπο που ζήσαμε το εθνικό τραύμα των Τεμπών. Η πρώτη είναι το γενικό κλίμα που εκδηλώνεται τα τελευταία χρόνια σε όλες σχεδόν τις δυτικές κοινωνίες: κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, γενικευμένη δυσανεξία μαζί με ανορθολογισμό. Η δεύτερη αιτία ανάγεται στην ιδιαίτερη φάση που περνά ο πολιτικός – κομματικός βίος της χώρας μας: κυριαρχία της κυβερνητικής παράταξης, απουσία συγκροτημένης αντιπολίτευσης, κομματικός κατακερματισμός. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα συγκινησιακά φορτισμένο ζήτημα που τέμνει εγκάρσια όλες τις παρατάξεις έδωσε την ευκαιρία στις αντιπολιτεύσεις, και κυρίως στις πιο ακραίες φωνές της, να εκμεταλλευτούν πολιτικά την τραγωδία. Μέχρι κόμματα γεννήθηκαν!

Αυτό το παρελθόν και αυτή η συγκυρία προσδιορίζουν τις σημασίες της δίκης. Η ομαλή διεξαγωγή της και η απόκρουση όλων των προσπαθειών είτε παρεμπόδισης είτε ευτελισμού, είναι εκ των ων ουκ άνευ. Η κύρια ευθύνη αναλογεί στους δικαστές, αλλά αφορά όλο τον νομικό κόσμο γιατί δίκαιη δίκη με ασύδοτη δικηγορική αλητεία δεν μπορεί να γίνει. Είναι ασφαλώς ενθαρρυντικές οι σχετικές  ανακοινώσεις τόσο των δικαστικών όσο και των δικηγόρων. Ομως, η σημασία της δίκης υπερβαίνει τον χώρο της Δικαιοσύνης. Θα πρέπει να λειτουργήσει παιδαγωγικά για την κοινωνία, σαν μάθημα δημοκρατίας και «αγωγής του πολίτη» όπως παλιά λεγόταν, ώστε να θεραπευτούν κατά το δυνατόν οι ανορθολογισμοί, οι συνωμοσιολογίες, οι διχασμοί και οι αυταρχικές ως και τυμβωρυχικές συμπεριφορές, που εκδηλώθηκαν με επίκεντρο την υπόθεση των Τεμπών. Η πραγματοποίηση μιας δίκαιης δίκης θα είναι η πολιτική συμβολή των δικαστών στην εξυγίανση της ελληνικής δημοκρατίας σε μια περίοδο που εμφανίζει παρακμιακά συμπτώματα. Συμβολή στην ανάγκη δημιουργίας νέων συναινετικών κοινών τόπων σε μια κοινωνία που φαίνεται να έχει χωριστεί σε (τουλάχιστον) δύο διαφορετικούς κόσμους. Καθώς οι άλλες δύο εξουσίες, η εκτελεστική και η κοινοβουλευτική, μοιάζουν μπλεγμένες στους δικούς τους φαύλους κύκλους, η δικαστική εξουσία όσο και αν αμφισβητείται, έχει την ευκαιρία της να ενισχύσει το δικό της κύρος και να βοηθήσει τη Δημοκρατία.

Ας ελπίσουμε ότι θα ανταποκριθεί.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.