Κάθε χρόνο η άφιξη του λεγόμενου «Αγίου Φωτός» στην Ελλάδα παρουσιάζεται περίπου ως εθνικό γεγονός. Επίσημες αποστολές, ειδικές πτήσεις, πανηγυρική υποδοχή κι ένας δημόσιος λόγος που συχνά αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για ένα αυτονόητο, κατ’ έτος επαναλαμβανόμενο θαύμα που αφορά την Ορθόδοξη Εκκλησία συνολικά. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.

Η αφή του Αγίου Φωτός από τον εκάστοτε Πατριάρχη Ιεροσολύμων είναι ένα αρχαίο τελετουργικό έθιμο, συνδεδεμένο με τον Ναό της Αναστάσεως και με το ιδιαίτερο καθεστώς που ρυθμίζει τις σχέσεις και τα προνόμια των χριστιανικών κοινοτήτων στους Αγίους Τόπους. Διαμορφώθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο ομολογιακού ανταγωνισμού για τον έλεγχο των προσκυνημάτων και μόνο έτσι μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή η λειτουργία του. Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για πανορθόδοξο θεσμό δεσμευτικού χαρακτήρα για όλες τις κατά τόπους Εκκλησίες. Η αναστάσιμη λειτουργική εμπειρία της Ορθοδοξίας δεν στηρίχθηκε ποτέ, σε όλη την ιστορία της, στην παραλαβή του φωτός από τον Πανάγιο Τάφο για να ακουστεί το «Δεύτε λάβετε φως».

Και η ελληνική πρόσληψη του συγκεκριμένου τελετουργικού είναι, στην πραγματικότητα, πολύ πρόσφατη. Μέχρι το 1988 το Αγιο Φως δεν έφθανε αυθημερόν στην Ελλάδα και ασφαλώς δεν αποτελούσε μείζον δημόσιο γεγονός. Η αυθημερόν αεροπορική μεταφορά εγκαινιάστηκε τότε, με τη συμβολή ανθρώπων του θρησκευτικού τουρισμού και με την εμπλοκή τού τότε Εξάρχου του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα, του μετέπειτα Πατριάρχη Ειρηναίου. Για χρόνια επρόκειτο για πρωτοβουλία εκτός του στενού κρατικού πυρήνα. Μόνο από το 2002 η μεταφορά αναλήφθηκε επισήμως από το ελληνικό κράτος και μεταβλήθηκε σε μια καλά οργανωμένη τελετή πανελλήνιας προβολής.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται στη στήριξη της ελληνορθόδοξης παρουσίας στους Αγίους Τόπους. Βρίσκεται στην κρατική και εκκλησιαστική υπερφόρτιση ενός εθίμου που, αντί να παραμένει μια σεβαστή ιεροσολυμίτικη πράξη, παρουσιάζεται σχεδόν ως πυρήνας της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Ετσι, όμως, καλλιεργείται η λανθασμένη εντύπωση ότι δεν πρόκειται απλώς για τελετή, αλλά για γεγονός που πρέπει να προσλαμβάνεται υποχρεωτικά ως θαύμα. Και αυτή ακριβώς η σύγχυση γεννά μορφές θρησκευτικότητας περισσότερο εντυπωσιασμού και μυθολογίας παρά λειτουργικής ωριμότητας.

Το σοβαρότερο, όμως, ερώτημα βρίσκεται αλλού. Γιατί το ελληνικό κράτος και, σε δεύτερο επίπεδο, η Εκκλησία της Ελλάδος επιμένουν να επενδύουν τόσο έντονα στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, τη στιγμή που το ίδιο το Πατριαρχείο ακολουθεί συχνά μια εκκλησιαστική στρατηγική που δεν συμβαδίζει ούτε με τις ευαισθησίες της ελληνικής εκκλησιαστικής πολιτικής ούτε με τις προτεραιότητες της Κωνσταντινούπολης ως σεπτού κέντρου της Ορθοδοξίας;

Η σύναξη του Αμμάν το 2020 ήταν μια χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της τάσης. Με πρόσχημα την ανάγκη διαλόγου και ενότητας στον ορθόδοξο κόσμο, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κάλεσε στην Ιορδανία προκαθημένους και αντιπροσώπους Ορθόδοξων Εκκλησιών σε μια περίοδο οξείας κρίσης γύρω από το ουκρανικό ζήτημα. Ομως πρωτοβουλίες που αγγίζουν το σύνολο της Ορθοδοξίας ανήκουν, κατά την εκκλησιαστική παράδοση, στον συντονιστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γι’ αυτό και η συνάντηση του Αμμάν, όσο κι αν παρουσιάστηκε εκ των υστέρων ως απλή «αδελφική» σύναξη, εκλήφθηκε από πολλούς ως έμμεση αμφισβήτηση του Φαναρίου και ως ένδειξη ότι τα Ιεροσόλυμα επιδιώκουν ρόλο ευρύτερο των κανονικών τους δικαιωμάτων. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η γλώσσα που χρησιμοποιούν συστηματικά ιθύνοντες του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, οι οποίοι αρέσκονται να αυτοπροσδιορίζονται ως «Μητέρα των Εκκλησιών». Η φράση αυτή μπορεί να έχει βιβλική αφετηρία, αλλά στα σημερινά εκκλησιαστικά συμφραζόμενα λειτουργεί και ως υπαινιγμός ιδιαίτερης πρωτοκαθεδρίας, νομιμοποιώντας μια αυτόνομη γεωεκκλησιαστική παρουσία.

Οι πιο πρόσφατες κινήσεις εντείνουν αυτή την εικόνα. Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο Πατριάρχης Θεόφιλος επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη και συναντήθηκε επισήμως με τον Ερντογάν, με το ίδιο το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων να δίνει έμφαση στους δεσμούς του με την Τουρκία, τη στιγμή που δεν υπήρξε αντίστοιχη επίσκεψη στο Φανάρι ή συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Επιδεικτική υπήρξε και η αγνόηση της επίσημης πρόσκλησης για συμμετοχή στους εορτασμούς για τα 1.700 χρόνια από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια δύο μήνες αργότερα.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ελληνική αυταπάτη. Το Αγιο Φως λειτουργεί ως ορατό σύμβολο μιας σχέσης που η Αθήνα εξακολουθεί να επενδύει μονομερώς με συγκίνηση, κύρος και τελετουργική μεγαλοπρέπεια. Ομως τα σημερινά Ιεροσόλυμα έχουν καταστεί ένας εκκλησιαστικός παίκτης με δικές του επιδιώξεις, δικές του ισορροπίες και, συχνά, δική του ατζέντα. Γι’ αυτό και η συζήτηση για το Αγιο Φως δεν είναι τελικά μόνο συζήτηση για ένα έθιμο. Είναι συζήτηση για το πόσο άκριτα η Ελλάδα συνεχίζει να ντύνει με κρατικό κύρος έναν θεσμό που δεν αποδεικνύεται πάντοτε αντίστοιχα συνεπής προς εκείνους που τον στηρίζουν.

Ο Νίκος Κουρεμένος είναι δρ Θεολογίας, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.