Δύο στους δέκα πολίτες δεν υποβλήθηκαν σε απαραίτητη ιατρική εξέταση πέρυσι, κυρίως για οικονομικούς λόγους. Η πρόσβαση όμως σε οδοντιατρικές υπηρεσίες αποδεικνύεται ακόμη πιο δύσκολη, δεδομένου ότι η αναλογία των πολιτών που στερήθηκαν απαραίτητη εξέταση ή θεραπεία λόγω κόστους ήταν τρεις στους δέκα.
Αυτά είναι μερικά από τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη νέα έκθεση της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας με τίτλο «Υγεία: Κατάσταση Υγείας, χρήση υπηρεσιών υγείας, παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία» για το έτος 2025. Μάλιστα, τα ίδια δεδομένα μαρτυρούν ότι το 10,5% του πληθυσμού 16 ετών και άνω επιβαρύνθηκε σημαντικά για αγορά φαρμάκων ή βιταμινών, το 6,2% για παροχή ιατρικής φροντίδας και το 3,6% για παροχή οδοντιατρικής φροντίδας.
Αναφορικά πάλι με την κατάσταση υγείας των πολιτών, χρόνιο πρόβλημα ή χρόνια πάθηση δηλώνουν περίπου 1 στις 4 γυναίκες (26,5%) και 1 στους 5 άνδρες (21,4%). Το θετικό όμως είναι ότι μόλις το 8,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω είχε περιορίσει, για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο, λόγω υγείας συνήθεις δραστηριότητες ή είχε δυσκολευτεί σε αυτές πάρα πολύ.
Οξύμωρο, πάντως, είναι ότι ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού αμελεί βασικές συνήθειες μέσα στην καθημερινότητα που ωφελούν την υγεία και αποτελούν «επένδυση» για το μέλλον, παρά τις αυστηρές συστάσεις των ειδικών. Είναι ενδεικτικό ότι το 11,58% των ερωτώμενων δεν ασκείται καθόλου κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης εβδομάδας και τέσσερις στους δέκα δεν καταναλώνουν καθημερινά φρούτα και λαχανικά. Ενδεχομένως αυτό να εξηγεί γιατί ένας στους δύο άνδρες (48,5%) είναι υπέρβαρος, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις γυναίκες ανέρχεται σε πάνω από τρεις στις δέκα (36%).
Η νέα έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνει, ωστόσο, ότι σταδιακά οι Ελληνες περιορίζουν βλαβερές συνήθειες όπως είναι το τσιγάρο και η κατανάλωση αλκοόλ. Είναι ενδεικτικό ότι το 72,8% των πολιτών 16 ετών και άνω δεν καπνίζει καθόλου, το 34,3% δεν καταναλώνει καθόλου ποτά και το 25,9% πίνει μόνον περιστασιακά – δηλαδή, μερικές φορές τον μήνα.






