Η σημερινή στιγμή για το πολιτικό σκηνικό χωράει όλα τα σενάρια. Τυπικά ο Πρωθυπουργός έχει αποσαφηνίσει σε όλους τους τόνους πως θέλει να γίνουν εθνικές εκλογές κατά την εξάντληση της τετραετίας και με ορίζοντα να κυβερνιέται σταθερά η χώρα όταν θα έχει το τιμόνι της προεδρίας της ΕΕ (Ιούλιος 2027 έως Δεκέμβριο 2027).

Η σημερινή όμως φθορά της κυβέρνησης, τα επισωρευμένα σκάνδαλα όπως οι υποκλοπές, ο ΟΠΕΚΕΠΕ 2 και 3 με φερόμενα στελέχη της ΝΔ εμπλεκόμενα και βέβαια η τρέχουσα δίκη των Τεμπών, μεταβάλλουν το κλίμα και πιέζουν πολιτικά το Μέγαρο Μαξίμου ακόμη και για άλλον ορίζοντα στις εκλογές. Εδώ να πούμε πως μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες έχει δύο όψεις. Η μία είναι όντως ένα είδος αναβάπτισης του κυρίαρχου.

Η άλλη είναι και λόγω της σημερινής ασυμμετρίας του πολιτικού συστήματος μια κρίση σε διάρκεια. Ταυτόχρονα οι δημοσκοπήσεις παρότι καταγράφουν σταθερή πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας δεν καταλήγουν σε αυτοδυναμία και άρα επιτείνουν τα σενάρια συμπράξεων αλλά και ένα είδος ακυβερνησίας με υπηρεσιακές κυβερνήσεις, κάλπες κ.λπ. Εκ παραλλήλου η συζήτηση αφορά και τους άλλους πόλους του πολιτικού συστήματος, τουλάχιστον όσους έχουν στρατηγική κυβερνησιμότητας.

Και αυτό το λέμε και λόγω πίεσης χρόνου και λόγω των δυνητικών σχημάτων που θα κατέλθουν για ψήφο. Ηδη εξάλλου από την Τετάρτη επικυρώθηκε πως η Μαρία Καρυστιανού προχωρά σε ίδρυση φορέα, ο Αλέξης Τσίπρας επίσης επιταχύνει τον δικό του σχεδιασμό με ορίζοντα το προσεχές δίμηνο, «ζεστό» δε είναι και το σενάριο για το νέο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά.

Μια σοβαρή βέβαια σύνοψη για το τι μπορεί ή τι θα γίνει – με μεγάλη ακόμη δόση υπόθεσης – ξεκινά πάντα από τα χαρακτηριστικά του σημερινού εκλογικού συστήματος της χώρας. Σήμερα έχουμε ενισχυμένη αναλογική. Αυτό όπως λένε οι πολιτικοί επιστήμονες ως σύστημα έχει τη δυνατότητα του κλιμακωτού μπόνους για τον πρώτο, ενώ δίνει τη δυνατότητα αυτοδύναμων κυβερνήσεων.

Η Ελλάδα τουλάχιστον από το 2023 δεν έχει σταθερό και κλασικό κοινοβουλευτικό δικομματισμό βέβαια. Το τελευταίο δεν είναι απλώς η εναλλαγή δύο ισότιμων ανταγωνιστικών κομμάτων αλλά και μια ισοδυναμία στα πολιτικά τους σχέδια με ενδιάμεσες θεσμικές συναινέσεις όπου απαιτείται.

Η χώρα έχει έναν ασθενή διπολισμό, δικομματισμό του ενός κυρίαρχου κόμματος, ενώ δεν είναι λίγοι οι δημοσιολόγοι που ακριβώς λόγω αυτού καταγράφουν αρνητικές επενέργειες στις θεσμικές και εν γένει λειτουργίες. Η ανισομετρία οφείλεται βέβαια σε πολιτικούς λόγους. Το εκλογικό μας σύστημα ενισχύει τον δεύτερο (δημοσκοπικά) όσο πλησιάζουμε στην κάλπη. Βέβαια αυτό απαιτεί τον συνδυασμό μιας αύξουσας κοινωνικής δυναμικής.

Αν βέβαια το πρώτο κόμμα έχει τεράστια διαφορά από το δεύτερο στις πρώτες εκλογές, ακόμη κι αν δεν σχηματίζει κυβέρνηση, πάει πιο δυνατά στην επόμενη αναμέτρηση. Η μη αυτοδυναμία της ΝΔ στις πρώτες εκλογές με χαμηλή δε επίδοση επιστρέφει βέβαια την πίεση σε εκείνη (εδώ πολλοί βλέπουν το όριο των εξελίξεων στο 24% προφανώς και λόγω απώλειας του μπόνους).

Σενάρια πολλών εκλογών

Τα σενάρια ακυβερνησίας γενικά αφορούν το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης, την αντιπαράθεση και τον μαχητό ανταγωνισμό ανάμεσα στις δύο κάλπες και βέβαια την τελική αναμέτρηση. Δεν είναι λίγο εκείνοι που βλέπουν το σενάριο ακόμη και τρίτης συνεχόμενης εκλογικής μάχης με επίδικο προφανώς τη «σταθερότητα» που όμως θα θέτουν και οι ανταγωνιστικοί στη ΝΔ πόλοι αν φτάσουμε εκεί.

Βέβαια θα έχει σημασία πώς θα συμπεριφερθούν οι αναποφάσιστοι, το κεντρώο κοινό και πώς θα εξελιχθούν οι ροές και μετακινήσεις ψηφοφόρων μεταξύ των δύο κυρίαρχων κομμάτων. Οι πολλές εκλογές δεν ευνοούν τους μικρότερους, είναι σαφές. Οι χαμηλές επίσης επιδόσεις της ΝΔ αναζωπυρώνουν και το σενάριο συγκυβέρνησης με πρόσωπο κοινής αποδοχής με τον δεύτερο πόλο.

Οι του ΠΑΣΟΚ, που σήμερα είναι το δεύτερο κόμμα τυπικά, ξορκίζουν κάθε σενάριο συμπόρευσης με τη ΝΔ με ή χωρίς Μητσοτάκη, στρατηγικά αυτονόητο τώρα. Οι της ΝΔ που δεν βλέπουν την αυτοδυναμία σε καμία σημερινή μέτρηση έχουν ξεκινήσει να διεμβολίζουν τις δύο ομάδες κοινού που δίνουν συνήθως νίκες: αυτό που διαρρέει στα δεξιά και το κρίσιμο ενδιάμεσο κεντρώο κοινό που η ΝΔ μοιράζεται κυρίως με το ΠΑΣΟΚ.

Η επιτυχημένη τριγωνική πολιτική στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη (από το 2016 μέχρι και το 2024) με ηγεμονία στο Κέντρο έχει σήμερα εν πολλοίς διαρραγεί. Οση απόσταση χωρίζει τη ΝΔ από το Κέντρο, τη χωρίζει και από το παραδοσιακό της κεντροδεξιό λαϊκό ακροατήριο. Πράγμα που σημαίνει πως και εκείνη, παρά το προβάδισμα που έχει, ψάχνει προσεκτικά τα focus group και κάθε κοινό ένα-ένα.

Τα στοιχήματα δεν είναι επίσης καθόλου απλά ή εύκολα και για τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Εδώ δεν υπάρχει πια η κλασική αναμέτρηση Κεντροαριστεράς – Κεντροδεξιάς απλώς. Αλλά και η μάχη να κερδίσουν τα νέα ακροατήρια και τους αναποφάσιστους.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.