Το ήρεμο και φιλικό κλίμα που επικρατεί στο εστιατόριο Vlassis, λίγα μέτρα μακριά από το Μέγαρο Μουσικής, δεν φανερώνει με την πρώτη ματιά ότι πρόκειται για στέκι ψυχιάτρων.
Ωστόσο κάτι τέτοιο ισχύει, όπως μας είπε ο συνομιλητής μας Στυλιανός Στυλιανίδης, καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ιδρυτής της ΕΠΑΨΥ, λόγω της εγγύτητας του μαγαζιού με το Αιγινήτειο Νοσοκομείο.
Η κουβέντα μας κινήθηκε σε διάφορα επίπεδα – από το Οβάλ Γραφείο των ΗΠΑ μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη δικαστική αίθουσα για την υπόθεση των Τεμπών στη Λάρισα. Ολα αυτά για να συνθέσουν τα βασικά της σημεία, δηλαδή την παρακμή των θεσμών των δυτικών δημοκρατιών και των αξιών του Διαφωτισμού, την άνοδο στην εξουσία αυταρχικών ηγετών, τη «διαστροφική λειτουργία της εξουσίας» και τα συλλογικά τραύματα, με τις δυσκολίες επούλωσής τους.
Και αν όλα τα παραπάνω σας φαίνονται ασύνδετα μεταξύ τους, η ανάλυση του έμπειρου ψυχιάτρου τα ενώνει με τρόπο συνεκτικό και καίριο για την κατανόηση της πραγματικότητας γύρω μας.
«Εποχή της τρέλας σημαίνει ότι καταλύονται το διεθνές δίκαιο, οι διεθνείς θεσμοί, οι κανόνες λειτουργίας της δυτικής δημοκρατίας και η κοινή λογική ως βασικό εργαλείο ανάγνωσης της πραγματικότητας. Θα έλεγα ότι είμαστε σε μια εποχή που αρνείται την παράδοση του Διαφωτισμού», ξεκαθάρισε από την αρχή της συζήτησης ο Στ. Στυλιανίδης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα αυτού του φαινομένου από τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ. Οπως εξηγεί, η ηγεσία του αμερικανού προέδρου έχει προκαλέσει μια άρνηση των βασικών πυλώνων της ευρωπαϊκής πολιτειακής ταυτότητας: του ορθού λόγου και του Διαφωτισμού. Παράλληλα, η οικονομική και υγειονομική κρίση έβαλαν «ταφόπλακα» σε μια αντίληψη ότι οι κοινωνίες θα προοδεύουν γραμμικά.
Δηλαδή «ότι ως κοινωνίες θα προοδεύουμε, θα ενισχύουμε το κοινωνικό κράτος, θα ενισχύουμε τους θεσμούς της δημοκρατίας, θα αξιολογούμε τι κάνουμε, θα προχωρούμε με αντιφάσεις και πισωγυρίσματα, αλλά συνολικά σε μια πρόοδο για την ευημερία των πολιτών. Αυτό το πράγμα πιστεύω ως παράδειγμα ότι έχει θρυμματιστεί. Θα έλεγα ότι ο Τραμπ δεν είναι απλώς ένας ηγέτης των Ηνωμένων Πολιτειών και ο επικεφαλής της πιο ισχυρής πολεμικής μηχανής στον πλανήτη, αλλά είναι ο καταλύτης για τη διάλυση του πολιτικού – πολιτισμικού παραδείγματος της δυτικής δημοκρατίας».
Και βέβαια αυτή η κατάσταση δεν ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία. Για τον Στ. Στυλιανίδη, είχε προηγηθεί μια διαδικασία αποδόμησης του μέχρι πρότινος κυρίαρχου δυτικού παραδείγματος. «Ηδη πριν από τον Τραμπ υπήρχε ένας συνδυασμός απενοχοποίησης της αυταρχικής διακυβέρνησης με άλλους αυταρχικούς κυβερνήτες. Ακόμη και στην Ευρώπη έχουμε το παράδειγμα των Πολωνών, του Ορμπαν, της παντοδυναμίας των υπερπλουσίων, της ταύτισης της ολιγαρχίας με μια περιβαλλοντική καταστροφή χωρίς αντίσταση στις πλατφόρμες και την εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης».
Επειτα πέρασε σε μια πιο ψυχαναλυτική ανάγνωση του φαινομένου. Οπως ανέφερε, οι διεθνείς εξελίξεις (παρέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, πόλεμος στο Ιράν, Γροιλανδία) και ο τρόπος που ο πρόεδρος Τραμπ τις χειρίζεται έχουν δημιουργήσει «ένα αίσθημα τρομακτικής ανασφάλειας απέναντι σε αυτό που λέγαμε παλιά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης “νεοφιλελεύθερη ενόρμηση” – τα θέλω όλα, τα επιθυμώ όλα, μπορώ να τα έχω όλα –, αυτό το νεοφιλελεύθερο ηδονιστικό ναρκισσιστικό αφήγημα.
Απέναντι σε αυτό έχουμε σήμερα την ενόρμηση της ασφάλειας. Τρέμουμε και πρέπει να είμαστε ασφαλείς και τέτοιου τύπου ισχυροί ηγέτες σαν τον Τραμπ μπορούν να μας διασφαλίσουν φαντασιακά αυτή την ασφάλεια και να τιμωρήσουν υποτίθεται τους κακούς μέσα από απλουστευτικές διχοτομίες καλού – κακού γιατί εδώ βλέπουμε άβουλους πολίτες σε επίπεδο μετατραυματικό μετά την πανδημία και μετά τις πολλαπλές κρίσεις που αντί να εκφράσουν τη δυσφορία ή την κατάθλιψη και να επεξεργαστούν αυτά τα ατομικά και συλλογικά τραύματα, αυτή τη στιγμή υποτάσσονται με φόβο σε αυτή τη λαίλαπα της τρέλας που κυριαρχεί».

Πριν όμως περάσουμε στα συλλογικά τραύματα και στην ελληνική κοινωνία, κάναμε ένα διάλειμμα για να απολαύσουμε το φαγητό και να μιλήσουμε για την ακαδημαϊκή και επαγγελματική πορεία του Στ. Στυλιανίδη. Ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές του σπουδές στην Ιατρική Αθηνών το 1978 και έλαβε την ειδικότητα της Ψυχιατρικής στο Παρίσι, όπου και εργάστηκε στους τομείς της Κοινωνικής Ψυχιατρικής και της Εφαρμογής της Ψυχανάλυσης στον Δημόσιο Τομέα.
Στο Παρίσι γνώρισε μεγάλους διανοητές, όπως ο Φουκό και ο Λακάν. «Τότε ήμασταν συνεπαρμένοι με αυτή τη συλλογική αφήγηση, ότι για να αλλάξουμε τον κόσμο πρέπει να αλλάξουμε τον άνθρωπο. Και η ψυχιατρική, και η ψυχανάλυση ιδιαίτερα, θα ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον εργαλείο για να αλλάξει ο άνθρωπος», ανακαλεί, σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα.
«Οταν είδα τη φρίκη της Λέρου, ενώ ήμουν πανεπιστημιακός επιμελητής στο Παρίσι και είχα μια πάρα πολύ καλή ζωή, αποφάσισα, ακολουθώντας αυτό το ιδεώδες, να επιστρέψω στη χώρα. Επέστρεψα τέλος του 1986. Μετά διορίστηκα στο ΕΣΥ στην Εύβοια ως επιμελητής Α. Δεν υπήρχε στο νησί τίποτα, δεν υπήρχε ψυχίατρος στο ΕΣΥ. Υπήρχαν δύο ιδιώτες νευροψυχίατροι που γράφανε λίστες ψυχοφαρμάκων. Εκεί ήταν μια απίστευτη εμπειρία γιατί για πρώτη φορά γνώριζαν ότι μπορεί να υπάρχει άλλος λόγος γύρω από την τρέλα.
Τότε για αυτούς η τρέλα ήταν εγκλεισμός, παρέκκλιση, αποκλεισμός, αναγκαστική νοσηλεία». Το 1988, με την εμπειρία της Λέρου, ο Στ. Στυλιανίδης ίδρυσε την Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ). «Η ΕΠΑΨΥ λειτούργησε έναν από τους πρώτους ξενώνες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, όπου φέραμε ιδιώτες ασθενείς από τη Λέρο, που ήταν νοσηλευόμενοι για 25-30 χρόνια», θυμάται σήμερα. «Εκτοτε, από την ουτοπία να αλλάξουμε τον κόσμο περάσαμε στην ουτοπία να αλλάξουμε την ψυχιατρική.
Αυτό είναι ένα πάρα πολύ δύσκολο έργο και στην Ελλάδα γιατί περιλαμβάνει δημόσια υγεία, προκαταλήψεις του κόσμου και το παράλογο, το ανοίκειο της τρέλας», προσθέτει.
Η ΕΠΑΨΥ σήμερα αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους μη κερδοσκοπικούς φορείς παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Εχει τη διοικητική και επιστημονική φροντίδα 23 στεγαστικών Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης ανά την επικράτεια, πέντε Κέντρων Ημέρας Ψυχοκοινωνικών Παρεμβάσεων, δύο Μονάδων Εγκαιρης Παρέμβασης στην Ψύχωση και πέντε Κινητών Μονάδων Ψυχικής Υγείας. Το 2025 πάνω από 8.000 άνθρωποι ωφελήθηκαν από τα προγράμματα της οργάνωσης.
Τα συλλογικά τραύματα
Η συζήτηση επέστρεψε στο θέμα του συλλογικού τραύματος. Ο Στ. Στυλιανίδης ξεκίνησε με έναν ορισμό: «Οταν συμβαίνει ένα γεγονός, συμβάν, μια κατάσταση, που ο ατομικός ψυχισμός δεν μπορεί να το επεξεργαστεί. Δηλαδή τον αποδιοργανώνει και δημιουργεί, όχι απαραίτητα εκείνη τη στιγμή, συμπτώματα. Μπορεί να είναι μια ακινητοποίηση ή ένα πάγωμα ή και πιο σοβαρά συμπτώματα, όπως μετατραυματικό στρες, κατάθλιψη, άγχος, κρίσεις πανικού». Οπως εξήγησε, η ελληνική κοινωνία κουβαλάει μια μακρά ιστορία συλλογικών τραυμάτων.
Από τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Εμφύλιο, τη δικτατορία μέχρι την οικονομική και υγειονομική κρίση. «Θα έλεγα ότι διαδοχικές γενιές βίωσαν γεγονότα που δεν άφησαν μόνο οικονομικές ή πολιτικές συνέπειες, αλλά και βαθιά ψυχοκοινωνικά αποτυπώματα», υπογράμμισε. Και έπειτα διευκρίνισε ότι τα συλλογικά τραύματα δεν αφορούν μόνο το παρελθόν, αλλά «επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της, τους θεσμούς της και το μέλλον της. Οπως και την αυτογνωσία της, τη δυνατότητα αναστοχασμού που μπορεί να έχει».
Σε αυτό το σημείο, ο καθηγητής έκανε μια σημαντική σημείωση για τη λειτουργία του κράτους – ή μάλλον αυτό που ονομάζει «διαστροφική λειτουργία του κράτους» – και το πώς σχετίζεται με τα συλλογικά τραύματα. Μπορεί να ακούγεται πομπώδες ως έκφραση, ωστόσο είναι κάτι που οι περισσότεροι, μάλλον, έχουμε αισθανθεί ή βιώσει: «Λέω ότι κάνω κάτι, στην πράξη κάνω το αντίθετο, αλλά με τον λόγο που εκφωνώ εκ των υστέρων υποστηρίζω αυτό που έκανα ως ορθολογικό. Αυτό είναι ένα παράδοξο το οποίο τρελαίνει και δημιουργεί έλλειμμα εμπιστοσύνης. Για να αναπτυχθεί ένα παιδί, θέλει βασική εμπιστοσύνη με τους γονείς του.
Ετσι και οι πολιτικοί μας, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχουν καμία παιδευτική λειτουργία προς τους πολίτες». Αυτοί οι διαστροφικοί μηχανισμοί συμβάλλουν στη μη επούλωση και τη συσσώρευση των τραυμάτων. «Οταν δεν έχεις διαρθρωτικούς μηχανισμούς στους θεσμούς, δηλαδή δεν έχεις μια δυνατότητα αξιολόγησης, αυτοαξιολόγησης, τιμωρίας, λειτουργίας της δικαιοσύνης, ώστε να αποδίδονται η αίσθηση του δικαίου, η αίσθηση του ορθού λόγου σε σχέση με τους κανόνες της κοινωνίας, τότε όλα είναι δυνατά και η δυσπιστία διαχέεται, ο θυμός διαχέεται και αυτοί που έτυχε να μην είναι ωφελούμενοι θυμώνουν ακόμη παραπάνω και θέλουν να αποδομήσουν ακόμη παραπάνω αυτή τη διαστροφική εξουσία», είπε ο Στ. Στυλιανίδης.
Σε αυτό το σημείο, περάσαμε στην υπόθεση των Τεμπών, η οποία, όπως σημείωσε ο συνομιλητής μας, «συμπυκνώνει δεκαετίες τέτοιας φαύλης, διαστροφικής λειτουργίας». Πρόσθεσε πως «για μένα είναι ένα συμβολικό ορόσημο, όπου συμπυκνώνεται όλη η παθολογία των ελληνικών θεσμών, των θεσμών της καχεκτικής ελληνικής δημοκρατίας και συμπυκνώνει τη συλλογική και την ατομική ψυχοπαθολογία των κρατούντων. Οταν κανείς δίνει την εντύπωση απέναντι από αυτό το τρομακτικό δυστύχημα ότι καθυστερεί η απόδοση της δικαιοσύνης ή ότι κρύβονται στοιχεία, αυτό ενισχύει τον θυμό, ενισχύει την παράνοια και ενισχύει τις θεωρίες συνωμοσίας.
Αρα έχουμε τον τέλειο φαύλο κύκλο για να μη λειτουργεί σωστά η δημοκρατία, άρα να μην επουλώνεται επαρκώς το τραύμα». Τέλος, ρωτήσαμε τον καθηγητή για την ουσία της δίκης της υπόθεσης των Τεμπών, που τις τελευταίες εβδομάδες κυριαρχεί στην επικαιρότητα, και για το εάν η κρίση της Θέμιδος μπορεί να συμβάλει στην επούλωση του τραύματος. «Θα έλεγα ότι μια απόφαση δικαστηρίου, αν έχει βγει μέσα από μια ορθή, διαφανή διαδικασία, μπορεί να συμβάλει στη μείωση της ανομίας, της ατιμωρησίας και επομένως να βοηθήσει στην επούλωση του τραύματος». Από την άλλη, «αν μέσα από αυτή τη γενικευμένη καχυποψία και τη δομική έλλειψη βασικής εμπιστοσύνης που έλεγα πριν ο μέσος πολίτης καταλάβει ότι είναι μια απόφαση μέσα από αδιαφανή διαδικασία, τότε δεν βοηθάει στην επούλωση, αντίθετα αναπαράγει τον ίδιο φαύλο κύκλο ατιμωρησίας και, θα έλεγα, ελλείμματος ελπίδας ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν και να καλυτερέψουν».

