Η Τζόρτζια Μελόνι έχει μακρά ιστορία στο να διαψεύδει προσδοκίες. Κατέχει το ρεκόρ ως το νεότερο μέλος ιταλικού υπουργικού συμβουλίου, σε ηλικία 31 ετών, και είναι η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της χώρας, ξεπερνώντας έτσι δύο από τα πιο ισχυρά εμπόδια της ιταλικής πολιτικής: τη γεροντοκρατία και την ανδροκρατία. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων της το φθινόπωρο του 2022, διέλυσε γρήγορα τις ανησυχίες ότι το μεταφασιστικό της υπόβαθρο θα την έκανε να ακολουθήσει ριζοσπαστική εξωτερική πολιτική. Η σταθερή στήριξη προς την Ουκρανία και η σχέση με τους ηγέτες της ΕΕ τής χάρισαν διεθνή αξιοπιστία.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ήττα που υπέστη στο δημοψήφισμα αυτής της εβδομάδας – όπου οι Ιταλοί απέρριψαν την προτεινόμενη από την κυβέρνηση συνταγματική μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης με ποσοστό 53,2% έναντι 46,8% – αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Τα πράγματα υποτίθεται ότι δεν θα εξελίσσονταν έτσι. Τα ποσοστά αποδοχής του κόμματος της Μελόνι Αδέλφια της Ιταλίας έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό σταθερά από το 2022, κάτι αξιοσημείωτο για τα ιταλικά πολιτικά δεδομένα. Επίσης, συχνά υπερέβαινε σε δημοτικότητα πολλούς άλλους ευρωπαίους ηγέτες. Και λίγο πριν από το δημοψήφισμα οι δημοσκοπήσεις έδιναν προβάδισμα στο «ναι». Τι συνέβη λοιπόν;

Ενας λόγος είναι ότι η Μελόνι υπερεκτίμησε – και υπερπροώθησε – την απήχηση μιας μεταρρύθμισης που αποτελούσε εδώ και καιρό βασικό στοιχείο της ατζέντας του κυβερνητικού της συνασπισμού. Η μεταρρύθμιση, που εγκρίθηκε στο κοινοβούλιο με κομματικές ψήφους, προέβλεπε τον πλήρη διαχωρισμό της σταδιοδρομίας δικαστών και εισαγγελέων και, κατά συνέπεια, τη διάσπαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (CSM), του αυτοδιοικούμενου οργάνου της Δικαιοσύνης, σε δύο μέρη. Ενα τρίτο, νέο συμβούλιο θα αναλάμβανε εποπτικές αρμοδιότητες.

Η Μελόνι ήλπιζε να εκμεταλλευτεί τη διάχυτη δυσαρέσκεια των Ιταλών για το δικαστικό σύστημα, το οποίο είναι αργό, δυσκίνητο και κατά καιρούς αναξιόπιστο. Επίσης πόνταρε στην αντίληψη ότι οι εισαγγελείς είναι μεροληπτικοί και πολιτικοποιημένοι, βασικό αφήγημα της Δεξιάς από την εποχή του Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Ωστόσο, η εκστρατεία υπέρ του «ναι» δεν κατάφερε να πείσει ότι οι μεταρρυθμίσεις θα έκαναν το σύστημα ταχύτερο και δικαιότερο. Οι Ιταλοί, που γενικά έχουν υψηλή εκτίμηση για το δημοκρατικό τους Σύνταγμα, παρέμειναν επιφυλακτικοί. Παράλληλα, ο τόνος της εκστρατείας μετέτρεψε το δημοψήφισμα σε μια σκληρή σύγκρουση μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας και δικαιοσύνης. Οι αντίπαλοι υποστήριξαν ότι η μεταρρύθμιση θα υπέτασσε τη δεύτερη στην πρώτη, ενώ οι υποστηρικτές ότι θα εμπόδιζε τους εισαγγελείς να υπερβαίνουν συνεχώς τις συνταγματικές τους αρμοδιότητες.

Η σύμπλευση της Μελόνι με ξένους ηγέτες των οποίων τα δημοκρατικά διαπιστευτήρια δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρά, όπως ο Βίκτορ Ορμπαν της Ουγγαρίας, δεν τη βοήθησε. Και έπειτα υπήρχε και ο παράγοντας Τραμπ.

Η εγγύτητα της Μελόνι με τον πρόεδρο των ΗΠΑ έχει ιδεολογικές ρίζες αλλά και στρατηγική βάση. Αν και αυτή η στάση απέναντι στον Τραμπ εκτιμήθηκε από το εκλογικό της κοινό, δεν έπεισε τους αντιπάλους της, οι οποίοι αποστρέφονται την επιθετική του προσωπικότητα και την εχθρότητά του προς την Ευρώπη. Επιπλέον, επισημαίνουν – όχι αδικαιολόγητα – ότι αυτή η εγγύτητα δεν προστάτευσε την Ιταλία από πιέσεις για την επιβολή δασμών και απαιτήσεις για υπερβολικά υψηλές στρατιωτικές δαπάνες.

Η απόφαση του Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν και οι επιπτώσεις της για τη διεθνή ασφάλεια και την ιταλική οικονομία έφεραν όλα αυτά στο προσκήνιο με πολύ μεγαλύτερη ένταση. Μπορεί να μην οδήγησε πολλούς ψηφοφόρους της Μελόνι να αλλάξουν στάση, αλλά πιθανότατα κινητοποίησε περισσότερους Ιταλούς να ψηφίσουν «όχι». Ωστόσο η Μελόνι διατηρεί την πολιτική δύναμη για να ανακάμψει. Εχει πληγωθεί, αλλά παραμένει η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της Ιταλίας.

Ο Ρικάρντο Αλκάρο είναι επικεφαλής Ερευνών στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (IAI) στη Ρώμη

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.