Ακουγε μισοκοιμισμένος τα γέλια των μεγάλων που γλεντούσαν, περασμένα μεσάνυχτα, στο σαλόνι του σπιτιού του, στην Καβάλα, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Σε λίγο ένιωσε το σκούντημα του παππού του, που τον σήκωσε και τον πήγε στο δωμάτιο του γλεντιού όπου μπροστά στα μάτια του άρχισε να ξετυλίγεται μια σχεδόν σουρεαλιστική εικόνα: Οι γονείς του με τους άλλους συγγενείς, σκασμένοι στα γέλια, προσπαθούσαν να πιάσουν τις καρδερίνες που είχαν σπάσει με το ράμφος τους το ξύλινο κλουβί τους και έκαναν βόλτες πάνω από τα φωτιστικά.
Αυτή είναι η πιο χαρούμενη παιδική ανάμνηση που έχει ο Θανάσης Δήμου και σε αυτήν ανέτρεξε όταν άρχισε να μελετά τον ρόλο του Αγάθη, του ήρωα στο εξαίσιο έργο του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά (1924-2006) «Πανδοχείον η φιλόξενη ερημία». «Αυτή η νύχτα που έζησα έχει σχέση με την ιστορία που περιγράφει ο Γονατάς» λέει ο ηθοποιός. Εκεί βρήκε τον ενδιάμεσο χώρο όπου η παιδική ηλικία επιστρέφει φωτεινή και σχεδόν μαγική.
Η δύναμη του κειμένου
Στην ιστορία του Γονατά ένας μοναχικός ταξιδιώτης, σε έναν απομονωμένο ξενώνα, ξυπνά από παράξενους ήχους στο δωμάτιο. Τον αναστατώνουν φτερουγίσματα και τιτιβίσματα. Προσπαθώντας να τα εξηγήσει, μπλέκει σε παρεξηγήσεις με κωμική χροιά. Αρχίζει όμως να ξετυλίγει και το νήμα του παρελθόντος, με τις ολοζώντανες αναμνήσεις να οδηγούν σε συναισθηματικό ξέσπασμα. Η απόδοση αυτού του πολύπλοκου σύμπαντος δρέπει δάφνες μέσα από τους λεπτούς και ευέλικτους γλωσσικούς χειρισμούς του συγγραφέα. Εκεί αποδίδει όλη τη δύναμη του κειμένου ο Δήμου.
«Διάβαζα πρόσφατα μια συνέντευξη του Σελίν που έλεγε ότι “συγγραφέας είναι εκείνος που έχει προσωπικό ύφος”. Αυτό σε κάνει μεγάλο συγγραφέα και ο Γονατάς είναι μεγάλος συγγραφέας. Στο ντοκιμαντέρ που έκανε η Εύα Στεφανή, η οποία τον επισκέφθηκε σπίτι του, της λέει “μπορώ να αρχίσω να σου λέω ιστορίες, αλλά αυτό δεν είναι λογοτεχνία”. Στο συγκεκριμένο έργο, για παράδειγμα, δεν συμβαίνει κάτι φοβερό, υπό την έννοια των περιστατικών. Το ύφος σε καθηλώνει. Η γραφή του διαπνέεται από τρομερό χιούμορ και ειρωνεία. Ολο το παιχνίδι του Γονατά βρίσκεται στη γλώσσα, στον υπαινιγμό, στην εξύμνηση του ελάσσονος το οποίο το κάνει μείζον».
Η ποιητική του ιδιοφυΐα, η λοξή του ματιά μεταμορφώνουν αυτόν τον ταπεινό κόσμο σε μεγαλειώδη. «Εκεί που πιστεύεις ότι γίνεται κάτι ακραία συναισθηματικό, με παιδική αφέλεια και πάθος, ξαφνικά μέσα από το χιούμορ που χρησιμοποιεί παίρνει μια απόσταση και το διαλύει αυτό. Το κάνει να φαίνεται σχεδόν γελοίο. Αυτού του είδους τον μετεωρισμό τον έχει συνεχώς: άσκηση ισορροπίας μεταξύ γκροτέσκου, ποιητικού και παράδοξου. Και όλα αυτά διά της γλώσσας, η οποία είναι ακραία επεξεργασμένη». Με αυτή την εκπληκτική δεινότητα ήρθαν αντιμέτωποι στις πρόβες αφού, όπως λέει ο Θανάσης Δήμου, αντιλήφθηκαν ότι δεν μπορούσαν να μετακινήσουν ούτε μια λέξη από το κείμενο, διότι κατέρρεε όλο το οικοδόμημα και ρυθμικά. «Οσες φορές προσπαθούσαμε – γιατί έχουμε αυτή την τάση ως ηθοποιοί – να το προσεγγίσουμε μέσα από ψυχολογικούς όρους δεν μας έβγαινε. Οταν λέγαμε σωστά τη λέξη – όταν ακολουθούσαμε δηλαδή τον κρυμμένο μηχανισμό που υπάρχει μέσα στο κείμενο – όλα έμπαιναν στη θέση τους».
Ο αγώνας της γλώσσας
Η μοναξιά και το παρελθόν κατέχουν το μεγαλύτερο ίσως κομμάτι του έργου και η μεταφορά στη σκηνή αυτών των νοημάτων ήταν ακόμη μια πρόκληση. «Επρεπε να βρω – και μαζί με τον σκηνοθέτη, τον Γιάννη Σκουρλέτη – το ύφος, για να αποκτήσει όλο αυτό που συζητάμε τώρα θεατρική υπόσταση. Ολη μου η δυσκολία δεν ήταν πώς θα ταυτιστώ με τη μοναξιά του ήρωα, ή τι με συνδέει με την παιδικότητα και τι μου θυμίζει. Από την εμπειρία μου ξέρω πως όταν κάτι σε συγκινεί θα μπορεί να σε οδηγήσει. Αν όμως δεν βρω το ύφος θεατρικά, δεν θα καταφέρω να το αποδώσω. Αυτό το ύφος λοιπόν περνούσε διά του αγώνα της γλώσσας. Δηλαδή οι λέξεις που τις βλέπουμε τυπωμένες πώς θα πάρουν σάρκα και οστά. Η θεατρική του μορφή βασίζεται σε δύο πρόσωπα: στον Αγάθη, τον οποίο υποδύομαι, και στον Θεοφάνη (σ.σ. υποδύεται ο Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης) που έχει τον πανδοχείο, τα υπόλοιπα πρόσωπα εμφανίζονται μέσω της αφήγησης. Αυτό που μας ήρθε ως θεατρική υπόσταση ήταν ταπεινά πράγματα και την ίδια στιγμή ακριβά: το ντουέτο Χοντρός – Λιγνός. Το κωμικό υπάρχει στο τραγικό και το αντίθετο. Αυτό το στοιχείο υπάρχει έντονα στη γραφή του Γονατά. Αυτό δηλαδή που είναι η ζωή».






