Η Ελλάδα είναι παράδειγμα μίας από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις και ταυτόχρονα μίας από τις πιο εντυπωσιακές ανακάμψεις στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Ως αποτέλεσμα λαθών του παρελθόντος, το 2010 η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με απότομη μείωση του ΑΕΠ, εκτίναξη της ανεργίας και σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους. Σήμερα η ελληνική οικονομία εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η χώρα έχει αφήσει οριστικά πίσω της την κρίση.
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ανακάμψει εντυπωσιακά μετά την κρίση των αρχών της δεκαετίας του 2010. Τότε επλήγησαν από ζημίες σε κρατικά ομόλογα, αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και απότομη μείωση των καταθέσεων. Εκτοτε, μια σειρά σημαντικών μέτρων ανέτρεψε την κατάσταση. Οι τράπεζες ενίσχυσαν τα κεφάλαιά τους και προχώρησαν σε ουσιαστική εξυγίανση των ισολογισμών τους, μεταξύ άλλων μέσω της ενίσχυσης της τραπεζικής εποπτείας.
Πλέον, οι τράπεζες είναι ξανά σε θέση να χρηματοδοτούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, γεγονός που ενισχύει τις επενδύσεις. Τα δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ και τα στεγαστικά δάνεια ανακάμπτουν. Ωστόσο, οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα – όπως και αντίστοιχες επιχειρήσεις αλλού – εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, λόγω αυξημένου κινδύνου, περιορισμένων εξασφαλίσεων και υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Ωστόσο, η σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου της Ελλάδας με εκείνο των υπόλοιπων χωρών της ζώνης του ευρώ παραμένει μια ακόμη βασική πρόκληση. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι έως το 2030 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας (σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης) θα φτάσει λίγο κάτω από το 70% του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ – περίπου στο ίδιο επίπεδο όπου βρισκόταν όταν η Ελλάδα υιοθέτησε το ευρώ.
Εκτοτε, οι παράγοντες ανάπτυξης έχουν μεταβληθεί. Οι επενδύσεις στις κατοικίες έχουν μειωθεί σημαντικά ως ποσοστό του ΑΕΠ, αφήνοντας χώρο για περισσότερες επενδύσεις σε επιχειρήσεις και υποδομές. Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν επίσης αυξηθεί αισθητά από το 2020, εν μέρει χάρη στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Ταυτόχρονα, οι εξαγωγές έχουν καταστεί σημαντικότερος μοχλός ανάπτυξης. Παρότι ο τουρισμός παραμένει σημαντικός, οι εξαγωγές αγαθών διαδραματίζουν πλέον πολύ μεγαλύτερο ρόλο σε σχέση με πριν από την κρίση.
Ετσι, η σταδιακή αναδιάρθρωση του οικονομικού μοντέλου της χώρας ήδη αποδίδει κάποιους καρπούς. Το κατά πόσο η Ελλάδα θα συνεχίσει να μειώνει το χάσμα στα εισοδήματα εξαρτάται από τη συνέπεια στην εφαρμογή αυτής της πορείας, μέσω της διατήρησης των επενδύσεων και των εξαγωγών στο επίκεντρο του αναπτυξιακού της μοντέλου και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, ώστε η σύγκλιση να είναι διατηρήσιμη σε βάθος χρόνου.
Oι Mάρτιν Μπαϊστερμποσχ, Ντιέγκο Μοτσέρο, Δάφνη Μομφεράτου, Μάρτα Ροντρίγκες Βιβές και Τζιάκομο Πονιέτι είναι οικονομολόγοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ)






