Πολλά είναι τα κείμενα με τα οποία μπορείς να συνδεθείς διαβάζοντάς τα, ελάχιστα όμως σε οδηγούν να εντοπίσεις τον προσωπικό σου μονόλογο μέσω της γραφής τους. Μέσα στον γοητευτικό και λαβυρινθώδη, όπως τον χαρακτηρίζει ο Θύμος Αδένας (aka Θύμιος Ατζακάς), κόσμο που ανέπτυξε με την αριστουργηματική γραφή του ο Φραντς Κάφκα στο «Κτίσμα», βρήκε τον δικό του. Το κείμενο του κορυφαίου τσέχου συγγραφέα μεταμορφώνεται σε μουσική performance από τον ιδιαίτερο συνθέτη και παραγωγό, με την καθοριστική σύμπραξη της Σαβίνας Γιαννάτου.

Η φωνή της γίνεται πλοηγός σε αυτή την ηχητική τοπογραφία που υφαίνει τον υπόγειο κόσμο στον οποίο βρίσκεται παγιδευμένο το ζωόμορφο πλάσμα του «Κτίσματος». Ο Θ. Ατζακάς αντιλαμβάνεται ότι οι υπόγειες στοές της γραφής του Κάφκα «έχουν μια εντυπωσιακή αντίστιξη και, σε συνδυασμό με τις ανατριχιαστικές περιγραφές των απειλητικών ήχων του “Κτίσματος”, σου αποκαλύπτουν ένα σπάνιο ηχοτοπίο, αλλά σου γεννούν και την ανάγκη να μπεις εκστατικά στο κείμενο, να διαπεράσεις τα λεκτικά νοήματα και να τα βιώσεις όλα σαν κραδασμούς. Εχει αναπνοές, παύσεις, ανησυχία, μια συνεχή επιφυλακή. Δεν το ένιωσα ποτέ σαν ένα λογοτεχνικό έργο που απλώς θα μπορούσα να μεταφέρω στη σκηνή. Το ένιωσα σαν μια κατάσταση που έπρεπε πρώτα να περάσει μέσα από μένα. Και αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι η ευαισθησία που κρύβεται κάτω από όλο αυτόν τον φόβο. Δηλαδή η πολύ ανθρώπινη ανάγκη ενός πλάσματος να βρει έναν τόπο ασφάλειας, έστω κι αν τελικά δυσκολεύεται να κατοικήσει μέσα σε αυτόν».

Συνεχής εναλλαγή

Η Σαβίνα Γιαννάτου σημειώνει από την πλευρά της ότι «δεν θα επέλεγα μόνη μου αυτό το κείμενο για να το “ερμηνεύσω”. Το ενδιαφέρον όμως ερμηνευτικά ήταν αυτή η συνεχής εναλλαγή από τη σιγουριά στην ανασφάλεια και από την ηρεμία στην ταραχή και στον φόβο. Το ότι την κάθε απόφαση του πλάσματος τη διαδέχεται η αμφιβολία… Αυτή η συνεχής εναλλαγή ρυθμού και διαθέσεων προσφέρει ένα ευρύ πεδίο εκφραστικότητας και ηχοχρωμάτων που ήδη ενυπάρχει στον τρόπο που αυτοσχεδιάζω. Οπότε, ιδωμένο απ’ αυτή την οπτική γωνία, ναι, με αφορά και με ενδιέφερε πολύ το πώς θα μετέφερα το αυτοσχεδιαστικό μου υλικό στην πραγματική γλώσσα, στην ελληνική μετάφραση του Κάφκα. Η πρόθεσή μας είναι είτε να “γίνουμε” το πλάσμα που μονολογεί, είτε ο συγγραφέας που γράφει τον μονόλογο. Κάποιες φορές αφηγούμαι γράφοντας στη γραφομηχανή. Επίσης διαβάζω σχεδόν συνέχεια “από μέσα” το κείμενο. Οι προβολές των εικόνων επάνω μας (από τον Αλέξανδρο Σεϊταρίδη) είναι γεμάτες γράμματα και φράσεις. Ο γραπτός λόγος προβάλλεται παντού επί σκηνής. Εμένα πάντως αυτό που με καθοδηγεί σε ό,τι κάνω είναι η μουσική. Χωρίς αυτό το ηχητικό περιβάλλον δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ασχοληθώ. Δεν είμαι ηθοποιός. Ο ήχος είναι αυτό που με παρακινεί κατ’ αρχάς για να κάνω οτιδήποτε».

Η ερώτηση που προκύπτει, με βάση τα παραπάνω, είναι πώς εργάστηκε σε αυτή την παράσταση, όπου η φωνή της λειτουργεί άλλοτε ως αφήγηση και άλλοτε ως καθαρός ήχος. «Εμπλέκοντας τον αυτοσχεδιαστικό ήχο στην αφήγηση. Δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου “καθαρός ήχος”. Υπάρχουν μέρη που φαίνονται σαν μελοποιημένος λόγος, υπάρχει η απλή αφήγηση και υπάρχουν και μέρη όπου η εκφορά των λέξεων αλλοιώνεται ηχητικά και ηχοχρωματικά με τον αυτοσχεδιασμό».

Πώς διαμορφώθηκε αυτός ο ηχητικός κόσμος γύρω από το κείμενο του Κάφκα σε μουσική σύνθεση που συνδυάζει live electronics, field recordings και ηχοτοπία από εθνογραφικά βινύλια; «Σαν να χτιζόταν ένας υπόγειος χώρος. Από την αρχή με ενδιέφερε να δουλέψω όχι τόσο με μουσικά θέματα, όσο με υφές, αναπνοές, υπόγειους βόμβους, ήχους που μοιάζουν να έρχονται πότε από πολύ κοντά και πότε από ένα απροσδιόριστο βάθος», λέει ο Θ. Ατζακάς. «Σιγά σιγά, όμως, αυτοί οι ήχοι άρχισαν να εναλλάσσονται και να συνομιλούν με αρμονικές ακολουθίες και με ένα “τραγουδομιλητό” ύφος, που μόνο η Σαβίνα θα μπορούσε να πετύχει με αυτόν τον τρόπο».

Εξηγεί ότι τα live electronics τού έδωσαν αυτή τη δυνατότητα: να μεταχειρίζεται τον ήχο σαν κάτι ζωντανό και ασταθές, που αλλάζει μορφή την ώρα που συμβαίνει. Τα field recordings φέρνουν μέσα στην παράσταση ίχνη πραγματικού κόσμου, ωστόσο αποκομμένα από τη συνηθισμένη τους λειτουργία, σαν μνήμες ή σαν αμφίβολα σημάδια. «Οσο για τα βινύλια που επεξεργάζομαι επί σκηνής, δεν τα χρησιμοποίησα ως αναφορές ή ως “σχόλιο”, αλλά σαν παλιά σώματα ήχου, σαν φορείς χρόνου, φθοράς και ανθρώπινης παρουσίας. Ολα αυτά ενώθηκαν σιγά σιγά γύρω από το “νευρικό” σύστημα του κειμένου. Το ηχητικό περιβάλλον διαμορφώθηκε όχι ως εικονογράφηση του Κάφκα, αλλά ως ένας ζωντανός λαβύρινθος, μέσα στον οποίο το κείμενο μπορεί να αναπνεύσει».

Προσωπική φυλακή

Σε αυτόν τον εμπνευσμένο καφκικό κόσμο, που αιωρείται ανάμεσα στον φόβο και στην αυτοπαρατήρηση, ο Θύμιος Ατζακάς ανακάλυψε πόσο εύκολα ο άνθρωπος μπερδεύει την ανάγκη για προστασία με την ανάγκη για έλεγχο. «Δείχνει με οξύτητα πώς η ανάγκη για προστασία, η διαρκής πρόβλεψη του μελλοντικού κινδύνου, οι εγωτικές επιθυμίες και η αυτοαναφορικότητα μπορούν σιγά σιγά να χτίσουν την προσωπική μας φυλακή. Οσο περισσότερο προσπαθείς να προφυλαχθείς από κάθε πιθανό κίνδυνο, τόσο περισσότερο κινδυνεύεις να κλειστείς μέσα στον ίδιο σου τον φόβο. Αυτό με έκανε να κοιτάξω λίγο πιο καθαρά και τις δικές μου αγωνίες, όχι με δραματικό τρόπο, αλλά σαν μια ήσυχη μορφή αυτοπαρατήρησης. Μου θύμισε ότι δεν μπορούμε να οργανώσουμε τα πάντα, ούτε να εξουδετερώσουμε κάθε απειλή. Κάποιες φορές χρειάζεται να αντέξεις το άγνωστο, να μην αντιδράς αμέσως αμυντικά και να ακούς πιο βαθιά τι συμβαίνει μέσα σου και γύρω σου». Για τη Σαβίνα Γιαννάτου η επαφή της με «Το κτίσμα» δεν φώτισε κάτι καινούργιο μέσα της αφού, όπως λέει, «ό,τι φοβίες είχα, συνεχίζω να τις έχω…».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.