Η αντιπαράθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ με το μουσουλμανικό καθεστώς της Τεχεράνης έχει μία ιδιαιτερότητα. Είναι μια σύγκρουση με το σιιτικό Ισλάμ. Ενα παρακλάδι, δηλαδή, του Ισλάμ που η κυρίαρχη σχετική θρησκευτική ορθοδοξία, ο σουνιτισμός, θεωρεί αιρετικό και βλάσφημο.
Για τη μεγάλη πλειοψηφία των μουσουλμάνων οι σιίτες βρίσκονται έξω από τα σωστά διδάγματα του Προφήτη ακολουθώντας πρακτικές που προσβάλλουν ουσιαστικά το δόγμα στο οποίο πιστεύουν. Κι από την ώρα που το Ισλάμ δεν είναι αποκλειστικά και μόνο θρησκεία αλλά και νοοτροπία, πολιτικό σύστημα και τρόπος ζωής, μια επίθεση εναντίον σιιτών μουσουλμάνων δεν λογίζεται ως ολοκληρωτικός πόλεμος κατά των διδασκαλιών του Μωάμεθ. Αυτό σημαίνει πως για τους υπόλοιπους μουσουλμάνους αυτή η επίθεση δεν αποτελεί κίνητρο για γενικό ξεσήκωμα και ιερό πόλεμο κατά άπιστων «σταυροφόρων».
Η θεολογική διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές εκδοχές της μουσουλμανικής θρησκείας εστιάζεται βασικά στην αποδοχή της σωστής διαδοχής του Μωάμεθ. Το κύριο σώμα της ουλάμα (θρησκευτικής κοινότητας) τότε αποφάσισε τη διαδοχή να κερδίσει ο πιο σωστός άνδρας συνεργάτης του Προφήτη, ο Αμπού Μπαρκ· διότι ο Μωάμεθ είχε μόνο κόρη που δεν ήταν δυνατό να τον διαδεχθεί. Η απόφαση ελήφθη βάσει των ιερών κανόνων (Σούνα). Εξού και οι ακόλουθοι αυτής της τάσης ονομάστηκαν σουνίτες.
Υπήρξαν, όμως, και άλλοι που αποφάσισαν να ακολουθήσουν την οικογενειακή συνέχεια του Προφήτη, τον εξάδελφό του δηλαδή κι άντρα της κόρης του, Αλί. Οι «οπαδοί του Αλί» (Σίατ Αλί), λοιπόν, έγιναν οι σιίτες. Εκτοτε οι δύο τάσεις χωρίστηκαν, οδηγούμενες και σε σκληρές εμφύλιες συγκρούσεις. Η κορύφωση της αναμέτρησης ήρθε αργότερα, όταν ο δεύτερος πνευματικός ηγέτης (ιμάμης) των σιιτών, Χουσεΐν, γιος του Αλί, θυσιάστηκε στο όνομα της πίστης του, στην άνιση μάχη της Καρμπάλα, στο Νότιο σημερινό Ιράκ.
Από τότε, η αυτοθυσία χαρακτηρίζει τους σιίτες στο όνομα της πνευματικής ανωτερότητας. Ο ηγέτης τους ονομάζεται ιμάμης και προΐσταται θρησκευτικού ιερατείου. Η λατρεία του ιμάμη υπήρξε καθολική, με κορύφωση την «εξαφάνιση» του 12ου ιμάμη, το 874 μ.Χ. – που τον περιμένουν ακόμη και τώρα να επανέλθει σαν μαχντί («αναμενόμενος»). Ο Χομεϊνί ποτέ δεν είχε αποδεχθεί επίσημα τον τίτλο του ιμάμη, που του είχαν αποδώσει. Αυτή η προσωπολατρία ενοχλεί αφόρητα τους σουνίτες που, πλην του χαλίφη – που δεν υπάρχει πλέον, μετά την κατάλυση του οθωμανικού κράτους –, δεν αναγνωρίζουν κάποιον θρησκευτικό ηγέτη, ούτε επίσημο ιερατείο. Θεωρούν, έτσι, τους σιίτες ειδωλολάτρες, προδότες του Ισλάμ, άξιους να εκτελεστούν! Οι σιίτες είναι γενικά παθητικοί, που εξεγείρονται αν θιγούν τα πιστεύω και η ηγεσία τους. Στους σουνίτες, που είναι πολυπληθέστεροι, υπάρχουν νομολογίες που διδάσκουν φανατικές εκδοχές του Ισλάμ. Τέτοιοι είναι οι λεγόμενοι σαλαφιστές (προγονολάτρες) της σχολής Χανμπαλί, όπως και οι βαχαμπιστές, ενώ στη σχολή Χανάφι ανήκουν οι ντεομπαντιστές, της ινδικής κυρίως χερσονήσου.






