Ενας από τους σημαντικότερους στοχαστές της μεταπολεμικής εποχής και, για πολλούς, «ο τελευταίος Ευρωπαίος», ο Γιούργκεν Χάμπερμας πέθανε το Σάββατο στο Στάρνμπεργκ της Γερμανίας, σε ηλικία 96 ετών.
Για περισσότερα από εξήντα χρόνια δέσποσε στην πνευματική και πολιτική ζωή της χώρας του, επιδιώκοντας να διαμορφώσει μια συνολική θεωρία της σύγχρονης κοινωνίας και των δυνάμεων που τη συγκροτούν, καλύπτοντας κάθε πεδίο, από την πολιτική και το δίκαιο έως την επιστήμη, τον πολιτισμό και τη θρησκεία, γεγονός που κατέστησε το έργο του παγκόσμιας απήχησης, με τα πολυάριθμα βιβλία του να έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες.
Κληρονόμος και ταυτόχρονα ανανεωτής της Σχολής της Φρανκφούρτης, αφιέρωσε περισσότερο από μισό αιώνα στην κριτική αποτίμηση τόσο των επιτευγμάτων όσο και των αποτυχιών του νεωτερικού κόσμου. Ελάχιστοι στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών μπορούν να συγκριθούν μαζί του ως προς το εύρος του έργου του.
Θύμα εκφοβισμού
Ο Χάμπερμας γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1929. Ηταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά μιας μεσοαστικής προτεσταντικής οικογένειας στο Ντίσελντορφ και μεγάλωσε στο Γκούμερσμπαχ, μια πόλη περίπου 50 χλμ. ανατολικά της Κολωνίας. Υπεβλήθη σε δύο επεμβάσεις στην παιδική ηλικία, καθώς γεννήθηκε με λαγώχειλο, που του άφησε μια ρινική χροιά στην ομιλία, γεγονός που εκτιμάται ότι επηρέασε βαθιά τις θεωρίες του για την επικοινωνία. Θύμα εκφοβισμού λόγω του συγκεκριμένου προβλήματος, ήταν επίσης ευαίσθητος απέναντι σε όσους υπόκεινται σε κοινωνικό αποκλεισμό.
Στρατολογήθηκε σε ηλικία 10 ετών στη ναζιστική νεολαία, ενώ ο πατέρας του εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα και υπηρέτησε ως αξιωματικός της Βέρμαχτ. Εκπαιδεύτηκε ως υγειονομικός βοηθός και τον Αύγουστο του 1944 στάλθηκε στη Γραμμή Ζίγκφριντ, σε υποστηρικτική, μη μάχιμη, θέση. Η επιστολή επιστράτευσής του έφτασε τον Φεβρουάριο του 1945, αλλά δεν βρισκόταν στο σπίτι τη νύχτα που η στρατιωτική αστυνομία τού χτύπησε την πόρτα και εν τέλει δεν στρατεύτηκε καθώς λίγες εβδομάδες αργότερα έφτασαν στην περιοχή οι Αμερικανοί.
Μετά τον πόλεμο, ο Χάμπερμας ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στο γυμνάσιο του Γκούμερσμπαχ. Από το 1949 έως το 1954 σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, ψυχολογία, λογοτεχνία και οικονομικά στα Πανεπιστήμια του Γκέτινγκεν, της Ζυρίχης και της Βόννης. Στα πρώτα χρόνια στη Βόννη γνώρισε την Ούτε Βέσελχεφτ, συμφοιτήτριά του, και το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1955. Ηταν η αρχή μιας διά βίου σχέσης που έληξε με τον θάνατο εκείνης, το 2025.
Δημοσιογράφος
Την ίδια περίοδο ανέπτυξε επίσης μια διαρκή φιλία με τον φιλόσοφο Καρλ – Οτο Απελ, τότε βοηθό καθηγητή, μεγαλύτερό του σε ηλικία. Ο Χάμπερμας ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή για τον ιδεαλιστή φιλόσοφο Φρίντριχ Βίλχελμ Γιόζεφ Σέλινγκ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 κέρδιζε τα προς το ζην ως δημοσιογράφος, γράφοντας κριτικές βιβλίων, κινηματογράφου και θεάτρου – ήταν ιδιαίτερα παθιασμένος με το σύγχρονο θέατρο – καθώς και άρθρα για κοινωνικά ζητήματα.
Το 1953, σε ηλικία 24 ετών κι ενώ σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, όπου θα λάμβανε το διδακτορικό του στη φιλοσοφία τον επόμενο χρόνο, επιτέθηκε στον Μάρτιν Χάιντεγκερ, τότε τον μεγαλύτερο ζώντα φιλόσοφο της Γερμανίας, για το ότι δεν είχε αναμετρηθεί με το ναζιστικό του παρελθόν. Το έργο του Χάιντεγκερ «Εισαγωγή στη Μεταφυσική» (1935) είχε επανεκδοθεί, κάνοντας αναφορά στην «εσωτερική αλήθεια και μεγαλοσύνη» του ναζιστικού κόμματος.
Το 1956 ο Τέοντορ Αντόρνο, που είχε εντυπωσιαστεί από τη δημοσιογραφική δεινότητα του Χάμπερμας, τον κάλεσε να γίνει βοηθός του στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Ερευνας στη Φρανκφούρτη. Ο Αντόρνο ήταν ηγετική μορφή της πρώτης γενιάς της Σχολής της Φρανκφούρτης, μιας ομάδας ριζοσπαστών κοινωνικών θεωρητικών και φιλοσόφων που είχαν συσπειρωθεί γύρω από το ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο ινστιτούτο ήδη από τη δεκαετία του 1930.
Μαζί με τον φίλο του Μαξ Χορκχάιμερ, διευθυντή του Ινστιτούτου, ο Αντόρνο είχε αναγκαστεί να εξοριστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη ναζιστική περίοδο. Και οι δύο επέστρεψαν στη Φρανκφούρτη μετά τον πόλεμο για να αναβιώσουν την παράδοση της «κριτικής θεωρίας», όπως την είχε ονομάσει ο Χορκχάιμερ.
Το 1958 ο Χάμπερμας εγκατέλειψε τη Φρανκφούρτη για το Μάρμπουργκ, κυρίως λόγω πολιτικών και προσωπικών εντάσεων με τον Χορκχάιμερ, ο οποίος τον θεωρούσε επικίνδυνο αριστερό ριζοσπάστη. Εκεί συνεργάστηκε με τον νομικό και πολιτικό επιστήμονα Βόλφγκανγκ Αμπεντροτ, έναν από τους ελάχιστους ανοιχτά μαρξιστές ακαδημαϊκούς στη Δυτική Γερμανία. Κι τέσσερα χρόνια αργότερα ολοκλήρωσε το δεύτερο διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Η διατριβή του, που έγινε το βιβλίο του 1962 «Αλλαγή της δομής της δημοσιότητας», ήταν η προσπάθειά του να προσφέρει μια πιο θετική οπτική για το πώς η λογική και η επικοινωνία μπορούσαν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να ξεφύγουν από την αυταπάτη. Παρουσίασε την ιστορία της γέννησης της «δημόσιας σφαίρας» στα καφενεία του 18ου αιώνα στη Βρετανία και τη Γαλλία, όπου αστοί, με τη βοήθεια των εφημερίδων, συζητούσαν περί πολιτικής και προσπαθούσαν να καταλήξουν σε κοινή αντίληψη για θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Αυτή ήταν μια «χρυσή εποχή» για τον Χάμπερμας, όταν η λογική επικοινωνία οδήγησε στη δημιουργία δημοκρατικών κοινωνιών.
Διαδέχτηκε τον Χορκχάιμερ στην έδρα του στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης το 1964, ηγούμενος ουσιαστικά της Σχολής της Φρανκφούρτης. Για δέκα χρόνια, από το 1971 έως το 1981, υπήρξε διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ στο Στάρνμπεργκ, πριν επιστρέψει στη Φρανκφούρτη και διδάξει εκεί έως τη συνταξιοδότησή του το 1994.
Οι δημοκρατίες
Η ισχυρή του προσήλωση στην κοινοβουλευτική δημοκρατία τον διαφοροποιούσε από τους στοχαστές της πρώτης γενιάς της Σχολής της Φρανκφούρτης, οι οποίοι εστίαζαν κυρίως στις σκοτεινές πλευρές των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών: την εμπορευματοποίηση όλων των πτυχών της ζωής, τη γραφειοκρατική διείσδυση και τη χειραγώγηση της συνείδησης μέσω της διαφήμισης και των υποβαθμισμένων μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ο Χάμπερμας αναγνώριζε αυτά τα φαινόμενα – και επιχείρησε να τα θεωρητικοποιήσει –, αλλά επέμενε ότι αποτελούν μόνο τη μία όψη της νεωτερικότητας. Η άλλη ήταν η απελευθέρωση αυτού που ονόμαζε «επικοινωνιακό λόγο»: η ιδέα ότι η αναζήτηση δίκαιων λύσεων μπορεί να περάσει μόνο μέσα από ελεύθερη και ανοιχτή συζήτηση όλων των ενδιαφερομένων.
Η ώριμη θεωρητική του σύνθεση παρουσιάστηκε στο δίτομο έργο «Θεωρία του Επικοινωνιακού Πράττειν» (1981), όπου διατύπωσε τη διάκριση ανάμεσα στον «εργαλειακό» και τον «επικοινωνιακό» λόγο και υποστήριξε ότι οι δημοκρατικές κοινωνίες στηρίζονται στην ελεύθερη και μη καταναγκαστική δύναμη του καλύτερου επιχειρήματος, ενώ την ίδια δεκαετία έπαιξε καίριο ρόλο στη λεγόμενη «διαμάχη των ιστορικών» καθώς συγκρούστηκε με συντηρητικούς ιστορικούς που προσπαθούσαν να σχετικοποιήσουν το Ολοκαύτωμα, παρουσιάζοντάς το ως μια διεστραμμένη αντίδραση στον σοβιετικό σταλινισμό. Αργότερα επέκρινε την «καθολική» διαδικασία της γερμανικής επανένωσης, η οποία, όπως φοβόταν, θα οδηγούσε σε αναζωπύρωση του εθνικισμού. Και στην αυγή του 21ου αιώνα μπήκε στη συζήτηση για τη γενετική τεχνολογία, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να υπάρχουν ηθικά όρια. Η γενετική χειραγώγηση θα μετέτρεπε μια σχέση μεταξύ ελεύθερων και ίσων ατόμων, τη βάση της ηθικής μας ζωής, σε μια σχέση μεταξύ «σχεδιαστή και προϊόντος».
Στις επτά δεκαετίες της διαδρομής του έλαβε πολλά βραβεία και διακρίσεις, ενώ το 2007 το περιοδικό «Times Higher Education» τον περιέλαβε ανάμεσα στους συγγραφείς με τις περισσότερες βιβλιογραφικές αναφορές στις ανθρωπιστικές επιστήμες, και μάλιστα κατετάγη στην έβδομη θέση, πιο ψηλά από τον Φρόιντ και τον Καντ.
Ανησυχούσε ιδιαίτερα για την κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ανησυχία που αντικατοπτρίζεται και στον τίτλο του βιβλίου του «Αχ, Ευρώπη» (2008). Πίστευε ότι το καλύτερο αντίβαρο στην καταστροφικότητα τόσο του παγκόσμιου καπιταλισμού όσο και του εθνικισμού ήταν ένα είδος ολοκληρωμένης δημοκρατικής ένωσης κρατών, όπως αυτή που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε η Ευρωπαϊκή Ενωση, και τον έθλιβε το γεγονός ότι έβλεπε αυτή την ιδέα να υπονομεύεται από τις δυνάμεις της αγοράς και τις κοινωνικές δυνάμεις. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2010, σε πολλά δημοσιεύματα αναφερόταν ως «ο τελευταίος Ευρωπαίος», ενώ σε συνέντευξή του στη βρετανική εφημερίδα «The Guardian» το 2015 επέκρινε την τότε καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ για το ότι «έβαλε σε κίνδυνο» τη μεταπολεμική φήμη της Γερμανίας με τη σκληρή στάση τής κυβέρνησής της κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης χρέους.
Η θρησκεία
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του στράφηκε ολοένα περισσότερο προς τη φιλοσοφία της θρησκείας. Το 2019, σε ηλικία 90 ετών, δημοσίευσε ένα μνημειώδες δίτομο έργο στο οποίο ιχνηλατεί με υπομονή τη μακρά συνύφανση της φιλοσοφικής και της θρησκευτικής σκέψης στην ευρωπαϊκή – και ευρύτερα στην παγκόσμια – ιστορία. Αν και ο ίδιος δήλωνε «θρησκευτικά άμουσος», επιχείρησε να αναζητήσει τις απαρχές της ιδέας της καθολικής ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τις αρχαϊκές ρίζες της κοινωνικής αλληλεγγύης. Τον απασχολούσε ιδίως το πώς διαφορετικές θρησκείες, όπως ο χριστιανισμός και ο βουδισμός, παρά τις ριζικά διαφορετικές μεταφυσικές τους αντιλήψεις, μπορούν να συγκλίνουν σε παρόμοιες βασικές ηθικές αρχές.
Ασχολήθηκε επίσης και με τη θέση της θρησκείας στη δημόσια σφαίρα. Επηρεασμένος εν μέρει από την εχθρότητα προς τους μουσουλμάνους στην Ευρώπη, έγραψε σε αρκετά βιβλία για ό,τι ονόμαζε «μετακοσμική» κοινωνία, στην οποία επιχειρούσε να συμφιλιώσει την αθεϊστική παράδοση του Διαφωτισμού με τη σύγχρονη θρησκεία και την αναστοχαστική πίστη με τους θεσμούς της δημοκρατίας.







