Με τη συμπλήρωση 3 ετών από την ημέρα της τραγικότερης πολύνεκρης σιδηροδρομικής τραγωδίας στα Τέμπη, ξεκινάει η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου. Εκεί θα βρεθούν 36 κατηγορούμενοι, 350 μάρτυρες, 250 δικηγόροι.
Το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση της κύριας ανάκρισης και της διαδικασίας παραπομπής στο ακροατήριο ήταν το απολύτως αναγκαίο για να συλλεγεί το τεράστιο ανακριτικό υλικό που αριθμεί 1.267 σελίδες κλητηρίου θεσπίσματος, εκατοντάδες έγγραφα, εκατοντάδες μαρτυρικές καταθέσεις και άλλες ανακριτικές ενέργειες.
Τα δεκάδες αιτήματα των διαδίκων κατά τη διάρκεια της ανάκρισης απαιτούσαν επεξεργασία από τα αρμόδια δικαστικά όργανα και μια διαδικαστική συνέχεια που προβλέπει ο νόμος μέχρι την έκδοση διατάξεων και βουλευμάτων.
Ταχύτερες χρονικές διαδικασίες θα εμπεριείχαν τον κίνδυνο λαθών, ελλιπούς συγκέντρωσης του αποδεικτικού υλικού και τελικά δυσχέρειας στο έργο του δικαστηρίου, γεννώντας εύλογες αντιδράσεις των παραγόντων της δίκης και δικαιολογημένη δυσπιστία της κοινωνίας. Δεν είναι άλλωστε ούτε πρωτόγνωρο ούτε ελληνικό το φαινόμενο σε πολυπρόσωπες και σύνθετες δίκες ο αναγκαίος χρόνος να μη μετριέται σε μήνες αλλά σε έτη: Η κύρια ανάκριση για τις φονικές πυρκαγιές στο Μάτι διήρκεσε 2 χρόνια ενώ και η δίκη για την εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή ξεκίνησε 18 μήνες μετά την άσκηση ποινικών διώξεων και διήρκεσε 5 ολόκληρα έτη στον πρώτο βαθμό και σχεδόν 4 έτη στον δεύτερο. Ανάλογης βαρύτητας και πολυπλοκότητας δίκες στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο διήρκεσαν πάνω από 5 έτη, ενώ και σε προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη, όπως π.χ. στη Γερμανία, η δίκη κατά της νεοναζιστικής οργάνωσης NSU διήρκεσε επίσης 5 χρόνια.
Η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων προσπάθησε όλο αυτό το διάστημα να σταθεί με νηφαλιότητα και δεν δίστασε να ασκήσει σκληρή κριτική για κατά καιρούς δηλώσεις και τοποθετήσεις είτε κυβερνητικών αξιωματούχων (ακόμα και του Πρωθυπουργού) είτε πολιτικών της αντιπολίτευσης. Είναι γεγονός ότι δεν καταφέραμε να ακουστούμε, όχι από έλλειψη θέσεων αλλά γιατί μια ποινική δίκη μετατράπηκε από την αρχή σε βασικό πολιτικό διακύβευμα και σε φυτώριο καλλιέργειας προσωπικών φιλοδοξιών και ματαιοδοξίας.
Δημοσιογράφοι και μέσα ενημέρωσης, που το ενδιαφέρον τους δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την αποτύπωση της πραγματικότητας αλλά αποκλειστικά με το εμπορικό προϊόν το οποίο διαθέτουν προς πώληση, έπαιξαν με τον κοινωνικό αυτοματισμό. Το έδαφος ήταν στρωμένο για να αναγνωρίσει η κοινωνία ήρωες με καθαρά χέρια και αντιήρωες κινούμενους παρασκηνιακά και δεκτικούς σε άνωθεν εντολές συγκάλυψης.
Τέτοιοι «ήρωες», δήθεν αντικομφορμιστές, αντισυστημικοί και έντιμοι, αυτοσυστήθηκαν και ήταν εκείνοι που λίγο αργότερα συγκέντρωσαν μεγάλο αριθμό ψήφων στις εθνικές εκλογές γιατί βοηθούσαν ηλικιωμένους και γκρέμιζαν πάγκους μεταναστών στις λαϊκές αγορές. Η συγκέντρωση της λαϊκής αγανάκτησης στο δισάκι του «σωτήρα» σε περιόδους πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ρευστότητας καταλήγει συνήθως σε οικτρή αποτυχία και σπέρνει διαδοχικές απογοητεύσεις.
Καταγγείλαμε πρόσφατα πολιτικούς τυχοδιώκτες οι οποίοι, με μοναδικό στόχο την αύξηση της δημοσκοπικής τους επιρροής και πατώντας σε δομικές αδυναμίες του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, επιχειρούν με λόγο ισοπεδωτικό, δημαγωγικό, που διαστρεβλώνει συνειδητά την αλήθεια και στερείται λογικής, να εμφανιστούν ως αδιαμεσολάβητοι εκφραστές της κοινής γνώμης απέναντι σε ένα δικαστικό σώμα δεχόμενο άνωθεν εντολές.
Οι δικαστές και εισαγγελείς με τη συλλογική μομφή και τον στιγματισμό τους ως εντολοδόχων της κυβέρνησης είναι οι ίδιοι που εκθειάζονται ταυτόχρονα για την απόφαση που εξέδωσαν για τις υποκλοπές· η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, έχοντας και αυτή πολλές φορές αμφισβητηθεί και κατηγορηθεί για συμπόρευση με τις επιδιώξεις της εκάστοτε κυβέρνησης, εξέδωσε πρόσφατα την απόφαση υπέρ των δανειοληπτών επί του τρόπου υπολογισμού των τόκων από τις τράπεζες και τα funds. Τις
ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές που διεκδικεί και απαιτεί η κοινωνία δεν θα τις φέρουν ο ανορθολογισμός, οι απειλές και οι προπηλακισμοί, οι στημένες και οργισμένες δηλώσεις on camera, ενδείξεις έλλειψης κατανόησης της κατάστασης και των πραγματικών υπαιτίων, υπονομευτικές ούτως ή άλλως των δημοκρατικών θεσμών και προπομποί της επιβολής λύσεων φασιστικού τύπου.
Η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων έχει πλήρη επίγνωση των αδυναμιών του συνταγματικού πλαισίου το οποίο χρειάζεται αναθεώρηση στο κεφάλαιο της Δικαιοσύνης.
Για τον λόγο αυτόν ζητούμε εδώ και χρόνια την αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας ώστε να μην αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της κυβέρνησης. Για τον ίδιο λόγο ζητήσαμε – μοναδική ίσως επαγγελματική ομάδα στον τόπο – τον αυτοπεριορισμό μας και την απαγόρευση κατάληψης δημόσιων αξιωμάτων από αφυπηρετούντες δικαστικούς λειτουργούς στην κατεύθυνση της οριστικής διάλυσης οποιασδήποτε υπόνοιας διασύνδεσης δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Στη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης μπήκαμε από νωρίς με ουσιαστικές προτάσεις, επιδιώκοντας συναντήσεις με τα πολιτικά κόμματα. Αποδείξαμε έμπρακτα εδώ και χρόνια πως δεν διαπνεόμαστε από κανενός είδους συντεχνιακή αντίληψη, πρωτοστατώντας στη διεκδίκηση 13ου και 14ου μισθού για εργαζόμενους και συνταξιούχους του δημόσιου τομέα, στη διαφύλαξη ατομικών και συλλογικών ελευθεριών την περίοδο της πανδημίας, πως δεν διστάσαμε να πάρουμε κριτική θέση απέναντι σε κάθε κυβέρνηση, σε κάθε υπουργό, όταν κρίναμε ότι αυτό επέβαλλε η συνταγματική τάξη.
Στη δίκη που ξεκινάει στο Τριμελές Εφετείο της Λάρισας δηλώνουμε την απόλυτη εμπιστοσύνη μας στους δικαστικούς λειτουργούς, τους επιφορτισμένους με αυτό το δύσκολο έργο. Είναι άνθρωποι έντιμοι, ακέραιοι, πιστοί στον όρκο τους, όπως και όσοι ασχολήθηκαν μέχρι σήμερα με την υπόθεση στο στάδιο της κύριας ανάκρισης.
Καλούμε τους πολίτες να κλείσουν τα αφτιά τους στους μόνιμους κακοποιητές της αλήθειας. Ακούμε προσεκτικά κάθε κριτική παρατήρηση η οποία θα βασίζεται σε επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση. Είναι απολύτως λογικό· σε τόσο πολύπλοκη και σύνθετη διαδικασία να μην αποφευχθούν και κάποια λάθη ακούσια. Η επιδίωξη όλων παραμένει κοινή: Να αποδοθεί δικαιοσύνη! Να αποκαλυφθεί η αλήθεια! Να δικαιωθούν οι νεκροί!







