Μετά την απόκτηση των 262 φωτογραφιών της συλλογής Χόιερ από το ελληνικό κράτος, με αποδεδειγμένη  την ιστορική τους αξία, ανοίγει εκ νέου η συζήτηση για το πώς οργανώνεται η ιστορική μνήμη γύρω από τα εκάστοτε τεκμήρια. Πώς μπορούν, δηλαδή να αξιοποιηθούν – ήδη η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη ανακοίνωσε  τη δημιουργία Εθνικού Φωτογραφικού Αρχείου –, αν χρειάζεται ενιαίος φορέας διαχείρισης και κατά πόσο   η ανάδειξή τους πρέπει να σχετίζεται με την εκπαιδευτική διαδικασία και τους ερευνητές

Ιάσονας Χανδρινός

Ιστορικός, Πανεπιστήμιο Ρέγκενσμπουργκ

Οι φωτογραφίες ως αντίδοτο στην ιστορική αμνησία

Στρατόπεδο Αουσβιτς – Μπίρκεναου, 26 Μαΐου 1944. Μεγάλες αποστολές των Εβραίων της Ουγγαρίας αρχίζουν να φτάνουν και θα συνεχίσουν να φτάνουν στο στρατόπεδο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Η σιδηροδρομική γραμμή έχει πρόσφατα επεκταθεί, ώστε τα τρένα να μπορούν να μπαίνουν κατευθείαν μέσα στο Μπίρκεναου και να «διευκολυνθεί» έτσι η διαδικασία του μαζικού θανάτου. Με το που αποβιβαζόταν από τα βαγόνια, το τρομαγμένο πλήθος, διατασσόταν με ένα απλό νεύμα των γιατρών των Ες-Ες που βρίσκονταν στο σημείο, να κατευθυνθεί αριστερά, στο στρατόπεδο, ή δεξιά, όπου στρατιωτικά φορτηγά φόρτωναν τα μικρά παιδιά, μαζί με όσους φαίνονταν ηλικιωμένοι και άρρωστοι – όλοι τους ανυποψίαστοι –, με προορισμό τους θαλάμους αερίων λίγα χιλιόμετρα παραπάνω, όπου θα δολοφονούνταν με χημικά αέρια. Σχεδόν μισό εκατομμύριο Εβραίοι της Ουγγαρίας θα δολοφονηθούν με αυτόν τον τρόπο εντός λίγων μηνών. Δύο άνδρες από την Υπηρεσία Ταυτοποίησης (Erkennungsdienst) του Αουσβιτς διατάχθηκαν εκείνη την ημέρα να αποτυπώσουν την άφιξη σε μια σειρά φωτογραφιών, μαζί με  φωτογραφίες – πορτρέτα ανδρών και γυναικών που θα γίνονταν δεκτοί για εργασία στο στρατόπεδο. Πολλές φωτογραφίες τραβήχτηκαν στη «ράμπα διαλογής», δηλαδή την κυρίως διαδικασία επιλογής μεταξύ ζωής και θανάτου. Ολα για λόγους «τεκμηρίωσης».

Στρατόπεδο Μίτελμπαου – Ντόρα, Θουριγγία, Μάιος 1945. Η 18χρονη Λίλι Γιάκομπ Μάιερ από την πόλη Μπίλκε της Ουγγαρίας (σήμερα στην Ουκρανία) ανάρρωνε από τύφο στα νοσοκομεία του αμερικανικού στρατού έχοντας επιβιώσει από τρία ναζιστικά στρατόπεδα. Σε έναν εγκαταλειμμένο κοιτώνα των Ες-Ες ανακαλύπτει τυχαία ένα άλμπουμ με 193 φωτογραφίες. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες, η Λίλι Τζέικομπ αναγνώρισε σε μια φωτογραφία τον ραβίνο της, στη συνέχεια και μια φωτογραφία της ίδιας, μαζί με τα μικρότερα αδέλφια της, Ισραήλ και Ζέλιγκ Γιάκομπ. Ηταν φωτογραφίες από την ημέρα άφιξής της στο Αουσβιτς, 26 Μαΐου 1944. Πήρε το άλμπουμ μαζί της όταν μετανάστευσε λίγο αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Λίλι δεν έκρυψε ποτέ το άλμπουμ, αντίθετα δημοσιεύτηκε πολλές φορές, πρώτα το 1947, έπειτα το 1981 στις ΗΠΑ, και χρησιμοποιήθηκε ως  τεκμήριο στις δίκες του Αουσβιτς στη Φρανκφούρτη τη δεκαετία του ’60. Το 1980, ο διάσημος κυνηγός Ναζί, Σερζ Κλάρσφελντ, έπεισε τη Λίλι να το δωρίσει στο κέντρο έρευνας του Ολοκαυτώματος Yad Vashem στην Ιερουσαλήμ, όπου αποκαταστάθηκε σε ειδικά εργαστήρια συντήρησης και σαρώθηκε με ψηφιακό εξοπλισμό υψηλής ποιότητας.

Ο σκοπός του άλμπουμ, της μόνης οπτικής απόδειξης που διαθέτουμε από την καρδιά της Γενοκτονίας των Εβραίων δεν είναι σαφής. Δεν προοριζόταν για προπαγανδιστικούς σκοπούς, ούτε είχε κάποια προφανή προσωπική χρήση. Υποθέτουμε ότι ετοιμάστηκε ως αρχείο αναφοράς, όπως και χιλιάδες άλλες συλλογές φωτογραφιών από την κατεχόμενη Ευρώπη. Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 ανήκουν ακριβώς στην ίδια κατηγορία. Ενδεχομένως τραβήχτηκαν με εντολή της μονάδας του (γνωστού πλέον στο πανελλήνιο) υπολοχαγού Χέρμαν Χόιερ, του 1012 Τάγματος Οχυρών Πεζικού ως αρχείο αναφοράς. Το άλλο κοινό σημείο είναι πως δεν «αποκαλύπτουν» τα ναζιστικά εγκλήματα – θα γνωρίζαμε το Αουσβιτς και τους 200 της Καισαριανής και χωρίς αυτές – ωστόσο η αξία τους είναι αυταπόδεικτη, ως οπτική πρόσβαση σε στιγμές της Ιστορίας που έχουν διαπλάσει την εθνική και διεθνή συλλογική μνήμη.

Η δημόσια έκθεση αυτών των ομολογουμένως σπάνιων και συγκλονιστικών εικόνων αποκαλύπτει πως το ενδιαφέρον για την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, γεγονότα που διαμόρφωσαν ολόκληρο το δεύτερο μισό του ελληνικού 20ού αιώνα, την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, παραμένει έντονο ακόμα και μετά το βιολογικό τέλος της γενιάς του Πολέμου. Αυτή η μνήμη υπήρξε (και παραμένει) ταραχώδης. Τα χρόνια μετά τον Εμφύλιο και τουλάχιστον ως το 1981 σημαδεύτηκαν από τεράστιες απωθήσεις, σιωπές, «μνημοκτονικές» πρακτικές (π.χ. η συστηματική καταστροφή δημόσιων αρχείων) και παραταξιακές λογικές που μέχρι σήμερα διαπερνούν το σώμα της κοινωνίας. Δεν είναι παράδοξο πως στην Ελλάδα, κάθε νέο τεκμήριο (και οι φωτογραφίες είναι κατεξοχήν ιστορικά τεκμήρια) μάλλον κλονίζει παρά ενισχύει κάποια συνεκτική αφήγηση που έτσι κι αλλιώς δεν διαθέτουμε. Αυτό φαίνεται και στο είδος του δημόσιου διαλόγου που αναπτύσσεται γύρω από τα τεκμήρια και στον οποίο συμμετέχει ένα ευρύ φάσμα κοινοτήτων μνήμης: κόμματα, τοπική αυτοδιοίκηση, ιστορικοί, φωτογράφοι, φιλίστορες, συλλέκτες, απόγονοι θυμάτων.

Σε αυτές τις κοινότητες μνήμης προστίθεται πια ο κατεξοχήν θεσμικός φορέας διαμόρφωσης της μνημονικής κουλτούρας, το κράτος. Η άμεση ανταπόκριση του ΥΠΠΟ για την απόκτηση των φωτογραφιών και η αναγνώρισή τους ως μνημείων νεότερης πολιτιστικής  κληρονομιάς είναι κάτι πρωτοφανές. Η παρουσίαση του αρχειακού συνόλου από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στις 5 Μαρτίου συνοδεύτηκε από την αναγγελία δημιουργίας ενός Εθνικού Φωτογραφικού Αρχείου. Ενα βήμα ρηξικέλευθο που όχι μόνο εγγυάται την από κάθε άποψη, ορθή διαχείριση των τεκμηρίων, αλλά αφήνει ελπίδες για μια συνολική στροφή στην αρχειακή πολιτική της χώρας. Μια πρωτοβουλία που όχι μόνο ανοίγει τον δρόμο στην επιστημονική έρευνα, αλλά εντάσσει πια οριστικά και αμετάκλητα την Κατοχή στην εθνική μνήμη.

Αννα-Μαρία Δρουμπούκη

Ερευνήτρια, Center for Advanced Genocide Research, ΗΠΑ

Η μνήμη χωρίς υποδομές

Σπάνια ένα ιστορικό τεκμήριο προκαλεί τόσο έντονη δημόσια συζήτηση όσο οι πρόσφατες φωτογραφίες των διακοσίων εκτελεσμένων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Για αρκετές ημέρες, η περίοδος της Κατοχής βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου. Πολλοί αναρωτήθηκαν για την προέλευση των εικόνων, για τα πρόσωπα που απεικονίζονται, για το πώς είναι δυνατόν τέτοια υλικά να εμφανίζονται σήμερα σχεδόν αιφνιδιαστικά. Η ένταση της αντίδρασης δείχνει κάτι σημαντικό: το ενδιαφέρον της κοινωνίας για το παρελθόν υπάρχει. Ταυτόχρονα όμως αποκαλύπτει και ένα βαθύτερο πρόβλημα.

Οι ιδιωτικές φωτογραφικές συλλογές του πολέμου δεν αποτελούν ιστορική ιδιαιτερότητα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οικογένειες διατηρούν άλμπουμ, σημειώσεις ή μικρά προσωπικά αρχεία που επέστρεψαν μαζί με στρατιώτες μετά τη λήξη των επιχειρήσεων. Η διαφορά είναι ότι εκεί το υλικό αυτό έχει ενταχθεί εδώ και δεκαετίες σε οργανωμένες δομές δημόσιας ιστορίας: αρχεία, μουσεία, βάσεις δεδομένων, ερευνητικά προγράμματα και εκπαιδευτικές αφηγήσεις. Οι εικόνες δεν εμφανίζονται ως αποσπασματικά ευρήματα που κάθε τόσο προκαλούν σοκ. Αποτελούν ήδη μέρος μιας γνώσης που έχει συγκροτηθεί θεσμικά και κοινωνικά.

Στην Ελλάδα συμβαίνει συχνά το αντίθετο. Κάθε νέο τεκμήριο της Κατοχής εμφανίζεται σαν είδηση, σαν μια ξαφνική αποκάλυψη. Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται μόνο στη δύναμη της εικόνας. Οφείλεται κυρίως στο ότι η χώρα δεν ανέπτυξε ποτέ ένα σταθερό σύστημα δημόσιας ιστορίας για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν διαθέτουμε ενιαίες βάσεις δεδομένων θυμάτων, συστηματική τεκμηρίωση των τόπων μνήμης ή έναν κεντρικό μουσειακό χώρο αφιερωμένο στον πόλεμο και την Κατοχή. Ετσι, η ιστορική γνώση δεν συσσωρεύεται με θεσμική συνέχεια· επανεκκινεί διαρκώς.

Το πρόβλημα συνδέεται στενά με την αρχειακή πραγματικότητα της χώρας. Για δεκαετίες η πρόσβαση στα κρατικά αρχεία υπήρξε δύσκολη και συχνά αποτρεπτική. Μεγάλοι όγκοι υλικού παρέμειναν αταξινόμητοι ή άγνωστοι ακόμη και στις υπηρεσίες που τους κατείχαν. Η κατάσταση αυτή δεν εξηγείται μόνο από την έλλειψη πόρων ή προσωπικού. Συνδέεται και με μια διοικητική κουλτούρα που αντιμετώπισε τα αρχεία περισσότερο ως υπηρεσιακό κατάλοιπο παρά ως δημόσιο αγαθό.

Οι συνέπειες είναι ορατές ακόμη και σήμερα. Για την περίοδο του πολέμου και της Κατοχής δεν διαθέτουμε πλήρεις και διασταυρωμένους καταλόγους θυμάτων ούτε αξιόπιστες συνολικές στατιστικές απωλειών. Δεν έχουμε συγκροτήσει μια ενιαία εικόνα των εκτελεσθέντων των αντιποίνων, των θυμάτων των βομβαρδισμών, των νεκρών της μεγάλης πείνας του πρώτου κατοχικού χειμώνα ή των Ελλήνων Εβραίων που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης.

Η ιστορία της μεταπολεμικής διαχείρισης των αρχείων δείχνει πόσο βαθιά είναι αυτή η παθογένεια. Το 1959, όταν η Ελλάδα προσπαθούσε να τεκμηριώσει αξιώσεις για πολεμικές αποζημιώσεις, ο έλληνας πρέσβης στη Βόννη απέδιδε τις δυσκολίες στην έλλειψη σχετικών εγγράφων.

Στην πραγματικότητα τα έγγραφα υπήρχαν, αλλά διάσπαρτα και αταξινόμητα. Το κράτος δεν διέθετε σαφή εικόνα του ίδιου του αρχειακού του αποθέματος. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1975, φορτηγά εγγράφων του υπουργείου Εσωτερικών «χάθηκαν» σε μετακόμιση, ενώ την ίδια περίοδο καταστράφηκαν μαζικά φάκελοι των υπηρεσιών ασφαλείας. Τα αρχεία του Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου κατέληξαν ακόμη και σε παλαιοπωλεία. Τέτοια περιστατικά δεν αποτελούν απλώς διοικητικές αστοχίες· επηρέασαν βαθιά τα όρια της ιστορικής γνώσης.

Παράλληλα, σε πολλά διοικητικά επίπεδα η κατάσταση παραμένει προβληματική. Στα ληξιαρχεία, για παράδειγμα, ερευνητές συναντούν συχνά ερμηνείες της νομοθεσίας που καθιστούν δύσκολη ακόμη και την πρόσβαση σε παλαιές πράξεις θανάτου, ενώ στα δημοτικά αρχεία το υλικό βρίσκεται συχνά αταξινόμητο σε αποθηκευτικούς χώρους ή υπόγεια. Η διάσωση και η ψηφιοποίησή του εξαρτάται πολλές φορές από την ευαισθησία της εκάστοτε τοπικής διοίκησης.

Τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει ορισμένες θετικές εξελίξεις, ιδίως σε επιμέρους υπηρεσίες των Γενικών Αρχείων του Κράτους, όπου παρατηρείται συστηματική προσπάθεια ταξινόμησης και ψηφιοποίησης υλικού. Οι πρωτοβουλίες αυτές δείχνουν ότι η αλλαγή είναι εφικτή όταν υπάρχει θεσμική στήριξη και επαγγελματισμός. Ωστόσο, παραμένει η ανάγκη για έναν συνολικό σχεδιασμό δημόσιας ιστορίας γύρω από την εμπειρία του πολέμου.

Η πρόσφατη συζήτηση που άνοιξε με τις φωτογραφίες της Καισαριανής απέδειξε ότι το κοινωνικό ενδιαφέρον υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει και θεσμική ανταπόκριση: ενίσχυση των αρχειακών υπηρεσιών, συστηματική ψηφιοποίηση δημόσιων και δημοτικών αρχείων, δημιουργία ενιαίας βάσης δεδομένων θυμάτων και ίδρυση ενός κεντρικού μουσείου για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα.

Χωρίς τέτοιες υποδομές, κάθε νέο τεκμήριο θα συνεχίσει να εμφανίζεται ως μεμονωμένη αποκάλυψη. Η πρόκληση είναι να μετατραπεί η συγκίνηση της στιγμής σε σταθερή γνώση. Οι φωτογραφίες της Καισαριανής δεν φέρνουν στο φως μόνο μια στιγμή του παρελθόντος. Μας καλούν να αναρωτηθούμε πώς επιλέγουμε να οργανώσουμε τη μνήμη μας.

Βαγγέλης Καραμανωλάκης

Καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας της Ιστοριογραφίας, ΕΚΠΑ

Το ζήτημα δεν είναι μόνο η διάσωση, αλλά η μελέτη

Και τώρα; Τι γίνεται τώρα που οι συγκλονιστικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής αποκτήθηκαν από το ελληνικό κράτος, χάρη στην πίεση που εξασκήθηκε από χιλιάδες πολίτες σε αυτή την ιδιότυπη «σταυροφορία» για την απόκτησή τους, η οποία έλαβε χώρα στις οθόνες μας; Τι πρέπει να γίνει ώστε το μεγάλο ενδιαφέρον για το πρόσφατο παρελθόν και τα μοναδικά τεκμήριά του να μην επικεντρωθεί μόνο σε αυτά, ξεφουσκώνοντας μετά από λίγο;

Το ζήτημα, κατ’ αρχάς, δεν είναι μόνο η διάσωση των ιστορικών τεκμήριων, αλλά η μελέτη τους. Κανένα τεκμήριο δεν είναι από μόνο του ιστορία. Είναι το θρυμματισμένο ίχνος ενός οριστικά χαμένου παρελθόντος που αποκτά νόημα, γίνεται πηγή γνώσης, μόνο όταν μελετηθεί ιστορικά, συγκροτηθεί η ταυτότητά του, αναδειχθούν οι ιδιαιτερότητες ή τα σκοτεινά σημεία του, διασταυρωθεί με άλλες σχετικές πηγές.

Με άλλα λόγια όταν εμβαπτιστεί και πάλι στις συνθήκες και στα περιβάλλοντα που το γέννησαν. Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες της Καισαριανής είναι γέννημα της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα, της ιστορίας της ελληνικής κομμουνιστικής Αριστεράς, του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, του ελληνικού και του διεθνούς αντιφασιστικού αγώνα. Είναι μέρος μιας ιστορίας που ξεκίνησε από τα χρόνια του Μεταξά για να φτάσει ως την πτώση της επτάχρονης δικτατορίας.

Μόνο έτσι έχει νόημα να σκεφτούμε τα ιστορικά τεκμήρια.

Για αυτό θα πρέπει να μεριμνήσουμε για τη διάσωσή τους, για αυτό οφείλουμε να σκεφτούμε την αξιοποίησή τους ως πηγών ιστορικής γνώσης. Θα πρέπει λοιπόν πέρα από τη διάσωσή τους από την καταστροφή, να τα μετατρέψουμε από ίχνη σε πηγή, να τους δώσουμε ταυτότητα, να προχωρήσουμε στην ταξινόμηση και την καταγραφή τους· παρά την πολύτιμη συνεισφορά των Γενικών Αρχείων του Κράτους σε όλη την Ελλάδα, πάρα πολλά δημόσια αρχεία παραμένουν ακόμη αναξιοποίητα, «λησμονημένα» σε αποθήκες δημοσίων οργανισμών. Κι έπειτα να ενδιαφερθούμε για τη διάθεσή τους, το άνοιγμα στην έρευνα· ακόμη και σήμερα «ευαίσθητα» κρατικά αρχεία, όπως εκείνα των σωμάτων ασφαλείας διατίθενται με μη διαφανείς όρους πρόσβασης, ενώ άλλοτε δεν ταξινομούνται με αποτέλεσμα να μην διατίθενται στην έρευνα. Την ίδια ώρα το αρχειακό τοπίο της χώρας παραμένει ελλειμματικό: ιδιωτικοί αρχειακοί φορείς αναστέλλουν ή περιορίζουν τη λειτουργία τους, η υποχρηματοδότηση και η υποστελέχωση κυριαρχούν, αποτελέσματα μιας χρόνιας κρατικής αδιαφορίας.

«Η ιστορία έρχεται, όταν το παιχνίδι τελειώνει» έλεγε ο Πολ Ρικέρ. Κι είχε δίκιο. Καμιά μελέτη δεν ανασταίνει τους ανθρώπους που αποτυπώνει. Σκιαγραφεί όμως έστω και αχνά τη μορφή τους, ανασυγκροτεί το πέρασμά τους, μας προσφέρει τη δυνατότητα να τους κατανοήσουμε εκ νέου, με βάση τις δικές μας προκείμενες και προσλαμβάνουσες. Η ιστορία έρχεται εκ των υστέρων, παραμένει όμως ανοιχτή, έτοιμη να δεχθεί νέες αναγνώσεις, ερωτήματα και ανακαλύψεις σε ένα συνεχή διάλογο με την συλλογική μνήμη, μια μνήμη που δεν είναι απλώς το άθροισμα των εμπειριών ή των τεκμηρίων, αλλά ένα δυναμικό πεδίο αλληλεπίδρασης.

Είναι η ώρα να ξανασκεφτούμε αυτή τη μνήμη; Η δημιουργία της ήταν και είναι κι αυτή μια ιστορική διαδικασία, ένα φαινόμενο που συνδέθηκε με τις εκάστοτε πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κοινωνικού σχηματισμού. Μια μνήμη συχνά διχασμένη, μια μνήμη που η επίσημή της εκδοχή συνδέθηκε με την κρατική ιδεολογία είτε αυτή ήταν ο εθνοκεντρισμός είτε η εθνικοφροσύνη.

Ο αντιφασιστικός αγώνας, το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων, οι διώξεις των αριστερών πολιτών, οι εκτοπίσεις και οι φυλακές, στοιχεία αποσιωπημένα για χρόνια, αποτελούν μέρος της συλλογικής εμπειρίας, αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής ιστορίας. Τα οθωμανικά μνημεία, το Μπλοκ 15, η Μακρόνησος και η Γυάρος αποτελούν τόπους μνήμης άξιους να διασωθούν και να διατελέσουν μέρος της συλλογικής μας ταυτότητας, ενώ η δημιουργία των κατάλληλων χώρων στέγασης και αξιοποίησης αυτών των αποσιωπημένων κληρονομιών του παρελθόντος αποτελεί στοιχείο του αγώνα για την εθνική μας αυτογνωσία.

Το 1992, ο Φίλιππος Ηλιού εγκαινιάζοντας τη λειτουργία των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας και το άνοιγμα ενός μοναδικού αρχειακού πλούτου για την ιστορία της ελληνικής Αριστεράς – και όχι μόνο – στο κοινό, έλεγε ότι είναι «δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει την ιστορία του». Τα δικαιώματα, όμως, δεν χαρίζονται αλλά κατακτώνται. Ο διάλογος που άνοιξε από τα πρόσφατα συγκλονιστικά τεκμήρια είναι ανάγκη να συνεχιστεί μέσα από θεσμούς και πρόσωπα, διεκδικώντας μια ζωντανή, κριτική, συμπεριληπτική και πολυφωνική συλλογική μνήμη, η οποία δεν είναι απλώς μια αποθήκη του παρελθόντος, αλλά ένας τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες κατανοούν τον εαυτό τους και τοποθετούνται απέναντι στο μέλλον. Σε αυτό τον δρόμο οφείλουμε να συνεχίσουμε.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.