Νέες διαστάσεις αποκτά το σκάνδαλο των υποκλοπών, καθώς – με δήλωση – βόμβα στο Mega – την κυβέρνηση δείχνει ευθέως ο Ταλ Ντίλιαν για τη χρήση του Predator στην Ελλάδα, μη αποδεχόμενος τον ισχυρισμό ότι αυτός και οι συνεργάτες του Γιάννης Λαβράνος, Φέλιξ Μπίτζιος και Σάρα Χάμου αυτοβούλως αποφάσισαν να θέσουν υπό παρακολούθηση τους δεκάδες στόχους του λογισμικού στη χώρα μας.
Ο καταδικασθείς από την ελληνική δικαιοσύνη, ιδρυτής της Intellexa, στην εκπομπή «Mega Stories» της Δώρας Αναγνωστοπούλου, κλήθηκε να απαντήσει «ποιοι ήταν οι πραγματικοί πελάτες του στην Ελλάδα, αν συνεργάστηκε με κρατικές υπηρεσίες, ελληνικές Αρχές, ιδιώτες ή οποιονδήποτε έλληνα αξιωματούχο». Στην απάντησή του δήλωσε αθώος, απαντώντας πως παρέχει τεχνολογία μόνο σε κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου: «Λειτουργούμε αυστηρά σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανονισμούς εξαγωγών, παρέχοντας τεχνολογία μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Ουδέποτε έχουμε διεξάγει δραστηριότητες επιτήρησης.
Ούτε έχουμε λειτουργική πρόσβαση μετά την παράδοση των συστημάτων. Η ευθύνη για τη νόμιμη χρήση αυτών των τεχνολογιών, βαρύνει τις Αρχές που τις αποκτούν και τις λειτουργούν. Ακριβώς όπως ορίζουν τα διεθνή πλαίσια πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου του διακανονισμού Wassenaar για τον έλεγχο εξαγωγών συμβατικών όπλων και αγαθών και τεχνολογιών διπλής χρήσης, της επιτροπής PEGA του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της διαδικασίας Pall Mall».
Ενδεικτικό είναι ότι ο Ντίλιαν υπογραμμίζει τη θέση του αναφερόμενος στα διεθνή πλαίσια που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τον έλεγχο χρήσης και εξαγωγής κατασκοπευτικών λογισμικών από κράτη και κρατικές οντότητες. Επισημαίνεται ότι στο ακροατήριο της δίκης των τεσσάρων ιδιωτών στο Μονομελές Πρωτοδικείο, ο Ντίλιαν είχε αποδεχθεί μαρτυρία που ανέφερε ότι η Intellexa πουλάει το λογισμικό της μόνο σε «νόμιμα κράτη».
Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι δεν κατέθεσε προκειμένου να υποστηρίξει τη συγκεκριμένη θέση, ούτε την προέβαλαν οι συνήγοροί του. Η δήλωση του ισραηλινού επιχειρηματία συνιστά αλλαγή στάσης μετά την καταδίκη του, ενόψει της δευτεροβάθμιας εξέτασης της υπόθεσης αλλά και της ειδικής προανάκρισης από τον εισαγγελέα Πρωτοδικών για το αν έχει διαπραχθεί το κακούργημα της κατασκοπείας. Υπενθυμίζεται ότι από την αφετηρία της η υπόθεση των υποκλοπών είχε χτυπήσει στην καρδιά του κυβερνητικού επιτελείου, με την παραίτηση το καλοκαίρι του 2022 του τότε γενικού γραμματέα στο πρωθυπουργικό γραφείο, Γρηγόρη Δημητριάδη, όταν αποκαλύφθηκε η παρακολούθηση του Νίκου Ανδρουλάκη.
Αντεπίθεση Ανδρουλάκη
Αμεση ήταν, άλλωστε, η αντίδραση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και στόχου των υποκλοπών, στη δήλωση του Ντίλιαν, την οποία χαρακτήρισε «ομολογία» που συνδέει άρρηκτα το Predator με την κυβέρνηση και τις κρατικές αρχές. «Ο κ. Μητσοτάκης δεν μπορεί άλλο να κρύβεται» δήλωσε ο Νίκος Ανδρουλάκης, καταλήγοντας πως «οφείλει απαντήσεις τώρα». Για τον λόγο αυτό, ο Ανδρουλάκης, με επιστολή στον πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, ζήτησε να οριστεί άμεσα προ ημερησίας συζήτηση των πολιτικών αργηγών για την ποιότητα του κράτους δικαίου και της λειτουργίας των θεσμών.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο Παύλος Μαρινάκης επέμεινε (στον «Σκάι») στην κυβερνητική επωδό περί υπόθεσης ιδιωτών που «είναι στη δικαιοσύνη», επικαλούμενος το πόρισμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, από το καλοκαίρι του 2024, ο οποίος είχε αποφανθεί πως «δεν υπήρξε εμπλοκή κρατικών λειτουργών».
Η δικαστική απόφαση ανοίγει στόματα και νέους κύκλους ερευνών
Τα πρώτα αποτελέσματα από τις ρωγμές στο κυβερνητικό αφήγημα ότι η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών ήταν υπόθεση μόνο ιδιωτών, που προκαλεί η ιστορική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, έχουν αρχίσει να καταγράφονται πριν καν ακόμα γίνουν γνωστές οι λεπτομέρειες του σκεπτικού της. Η καταδίκη των τεσσάρων κατηγορούμενων επιχειρηματιών σε συνολική εκτιτέα ποινή φυλάκισης οκτώ ετών με αναστολή, αλλά κυρίως η απόφαση του προέδρου του δικαστηρίου Νίκου Ασκιανάκη, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα της έδρας Δημήτρη Παυλίδη, να ανοίξει η βεντάλια της έρευνας για το αδίκημα της κατασκοπείας τόσο για τους ήδη καταδικασθέντες όσο και για άλλα άγνωστα επί του παρόντος πρόσωπα δημιουργούν νέα δεδομένα, όπως εύστοχα είχε επισημανθεί από τα πρώτα κιόλας λεπτά της έκδοσης της ετυμηγορίας της Δικαιοσύνης για τη σκοτεινή αυτή υπόθεση.
Η δήλωση του Ταλ Ντίλιαν, ενός εκ των πρωταγωνιστών της υπόθεσης των υποκλοπών, επαναφέρει στο προσκήνιο το κρίσιμο ζήτημα του κοινού κέντρου παρακολούθησης μεταξύ ΕΥΠ και Predator, στο οποίο είχαν αναφερθεί στις καταθέσεις τους στο δικαστήριο πολλοί μάρτυρες, εκδοχή που δεν είχε γίνει δεκτή από το πόρισμα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, με βάση το οποίο η έρευνα περιορίστηκε μόνο στον κύκλο των ιδιωτών.
Οπως εκτιμούν νομικοί, μιλώντας στα «ΝΕΑ», το γεγονός ότι ο Ταλ Ντίλιαν επέλεξε με μία και μόνο δήλωσή του να βάλει στο κάδρο την κυβέρνηση καταδεικνύει ότι υπάρχουν ακόμα πολλές πτυχές της υπόθεσης που δεν έχουν ερευνηθεί και που μπορούν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας σε αυτή την υπόθεση, που αφορά άμεσα τη λειτουργία του κράτους δικαίου και του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Οι ίδιες πηγές μάλιστα θέτουν το ερώτημα γιατί ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας επέλεξε να προχωρήσει σε αυτή τη δήλωση – βόμβα, αντί να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου να απολογηθεί εισφέροντας στη Δικαιοσύνη όσα γνωρίζει. Αντίθετα, ο Ταλ Ντίλιαν επέλεξε ασκώντας νόμιμο δικαίωμά του να μην εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου και να μην απαντήσει σε ερωτήσεις όλων των παραγόντων της δίκης υπό το φως των νέων δεδομένων που προέκυψαν στη διάρκεια της πολύμηνης διαδικασίας.
«Το γεγονός της καταδίκης των κατηγορουμένων αλλά και της έρευνας που αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα προς διερεύνηση πτυχών της υπόθεσης που έμειναν εκτός πεδίου ελέγχου σε προηγούμενα στάδια και ενδέχεται να τους φέρει αντιμέτωπους εκ νέου με τη Δικαιοσύνη ακόμα και για σοβαρότερα αδικήματα, καταδεικνύει τη δυναμική της δικαστικής απόφασης, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να οδηγήσει τα ποινικά ελεγχόμενα πρόσωπα και σε αναθεώρηση της υπερασπιστικής στρατηγικής τους», σημειώνουν με έμφαση νομικοί που έχουν ασχοληθεί με την υπόθεση.
Για κατασκοπεία
Σε κάθε περίπτωση, τόσο η δήλωση Ντίλιαν όσο και η δήλωση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά από το βήμα της Βουλής ότι η υπόθεση των υποκλοπών τον αφορά προσωπικά αποτελούν στοιχεία τα οποία θα πρέπει να ερευνηθούν από τη Δικαιοσύνη στον νέο κύκλο ερευνών για το αδίκημα της κατασκοπείας.
Εξάλλου και η κατ’ έφεση εκδίκαση της υπόθεσης για τα πλημμελήματα που οδήγησαν σε καταδίκη τους ιδιώτες από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν θα αργήσει πολύ. Και προ του κινδύνου να επικυρωθεί η καταδίκη τους υπό το δεδομένο ότι το δικαστήριο έχει αποφασίσει η ποινή τους να είναι εκτιτέα, ίσως οδηγήσει και άλλα πρόσωπα να μιλήσουν και να πουν όσα γνωρίζουν. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι όσοι είναι σε θέση να γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα επισημαίνουν ότι ο δεύτερος κύκλος των ερευνών θα είναι όχι μόνο πιο ενδιαφέρων αλλά και πιο σημαντικός για την ουσία της υπόθεσης.







