Εκεί προς το τέλος του μυθιστορήματος «Δυο φορές Ελληνας» του Μένη Κουμανταρέα, γυρίζοντας η μια αδελφή από την κηδεία της άλλης, θέλει να την πάρει τηλέφωνο. Την πεθαμένη. Να της πει τα κουτσομπολιά, τι έγινε στην τελετή, ποιοι πήγαν, τι είπαν, τέτοια. Αλλά και να συζητήσει μαζί της τα του θανάτου της, να μιλήσουν για το επέκεινα. Λογοτεχνική αδεία, θα πει κάποιος. Ωστόσο αυτό συμβαίνει και στην πραγματική ζωή.

Υπάρχουν άνθρωποι που, όταν πεθαίνουν, νιώθεις ότι μόνο μαζί τους μπορείς να μιλήσεις για το φευγιό τους. Ισως διότι, εντελώς υπερβατικά, έχεις την αίσθηση ότι όλο αυτό είναι μια φάρσα. Οτι οι ίδιοι σκηνοθέτησαν το συμβάν για να τσεκάρουν κάτι. Η Μελίνα Μερκούρη, για παράδειγμα, λίγες μέρες πριν από τον θάνατό της, αναρωτιόταν, στα σοβαρά, αν θα πάει κόσμος στην κηδεία της.

Ετσι ακριβώς ένιωσα κι εγώ χθες το πρωί όταν έμαθα ότι πέθανε ο Γιώργος Μαρίνος. Ηθελα να τον πάρω τηλέφωνο. Εξάλλου ο αριθμός του είναι ακόμη καταγεγραμμένος στις ηλεκτρονικές ατζέντες μου, παρόλο που γνώριζα ότι δεν υφίσταται εδώ και κάμποσα χρόνια. Η εγγενής αξιοπρέπειά του δεν του επέτρεπε να γίνει θέαμα (διότι ήξερε πολύ καλά ότι αυτό θα γινόταν) η σωματική και πνευματική του κατάρρευση. Γι’ αυτό και είχε αποκόψει τις γέφυρες ακόμη και με στενούς του φίλους.

Αξιοπρέπεια και καλοσύνη. Αυτά ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά του Γιώργου Μαρίνου. Και ένα χιούμορ που στόχευε, πρώτον απ’ όλους, τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός χιούμορ και αξιοπρέπειας ήταν που τον έκανε γενναίο. Οχι μόνο επί σκηνής, αλλά από πολύ νωρίτερα. Οταν, σε μια εποχή – μιλάμε για τη δεκαετία του 1960 – που τους ομοφυλόφιλους τους γιούχαραν ως «ντιντήδες» και «γυναικωτούς», εκείνος είχε το θάρρος να δηλώσει την αμφισεξουαλική ερωτική του ταυτότητα, ρισκάροντας ακόμη και το κράξιμο στις ζωντανές εμφανίσεις του. Και αποδεικνύοντας έτσι ότι ήταν πολύ πιο άντρας από πολλούς που «κατέθεταν», με κάθε τρόπο και ευκαιρία, την τεστοστερόνη τους.

Ο Γιώργος Μαρίνος ήταν τελικά «Του Βοτανικού ο μάγκας», ένα ευαίσθητο παιδί από τον Βοτανικό, στιγματισμένο στα μετεμφυλιακά χρόνια, εκτός των άλλων, και από την εξορία του πατέρα του στη Μακρόνησο. Και που αποφάσισε ότι δεν θα ζούσε εν κρυπτώ, δεν θα γινόταν εκείνο το αγόρι που «έχει την αγάπη για ντροπή», όπως έλεγε ο στίχος του Μάνου Χατζιδάκι που τραγουδούσε στη θρυλική «Οδό Ονείρων», όπου εμφανίστηκε όντας ακόμη δευτεροετής στη Δραματική Σχολή του Εθνικού.

Λιακάδα

Τον γνώρισα στη δεκαετία του 1980, κάναμε από τότε παρέα και συνεργαστήκαμε στενά όταν αποφάσισε να κάνει τηλεόραση, στα πρώτα και πολύ ανταγωνιστικά χρόνια των ιδιωτικών καναλιών. Τον ρωτούσαν πολλοί σε συνεντεύξεις γιατί να ασχοληθεί με το «ευτελές μέσον» ενώ είχε τόσο μεγάλη και μοναδική στο είδος της καριέρα στην πίστα. «Διότι έφτασε εβδομάδα και η εβδομάδα έγινε μήνας που δεν υπήρχε ουδεμία αναφορά για εμένα σε περιοδικά και εφημερίδες.

Είχα συνηθίσει τη δημοσιότητα, δεν άντεχα να τη στερηθώ», απαντούσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Και όταν του επεσήμαινα ότι θα τον έλεγαν ματαιόδοξο, μου απαντούσε: «Ε και; Εδώ δεν με ένοιαζε που με έλεγαν π…στη, θα με νοιάξει που θα με πουν ματαιόδοξο;».

Μια απέραντη λιακάδα ήταν ο Γιώργος Μαρίνος. Που φώτιζε και ζέσταινε όλους εμάς που είχαμε την τύχη να βρεθούμε δίπλα του. Δοτικός, ευγενικός, άψογος επαγγελματίας, δεν τον θυμάμαι ούτε μία φορά να διαμαρτύρεται διότι δεν είχαμε τον καλεσμένο που ήθελε, επειδή καθυστέρησαν κάποια κείμενα ή παρατραβούσαν οι πρόβες. Ιχνος βεντετισμού, ουδεμία απαίτηση «ειδικής μεταχείρισης». Ακόμη και όταν, σε κάποιο γύρισμα στην Κύπρο, τον αφήσαμε να περιμένει δύο ώρες ολομόναχός του εν μέσω του πουθενά, ντάλα μεσημέρι, με 40 βαθμούς υπό σκιά, μας υποδέχθηκε τραγουδώντας «Ποιος ήλιος εξεπρόβαλε / Μεγιέ Μελέ, Μεγιέ Μελέ».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Σάκης Τανιμανίδης: Τελικά τι σημαίνει να πετυχαίνεις? | AnesTea The Podcast