Το κεφάλαιο της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα δεν άνοιξε για πρώτη φορά. Είναι όμως η πρώτη φορά που παρουσιάστηκε με τόσο ξεκάθαρα θετικό τρόπο από τα χείλη του Πρωθυπουργού της χώρας. Κατά συνέπεια, δικαιούμαστε να συμπεράνουμε πως πρόκειται για έναν δρόμο τον οποίο η κυβέρνηση της χώρας σχεδιάζει συνειδητά να ακολουθήσει, έστω κι αν το τέρμα του είναι χρόνια μακριά.
Επειδή δε είναι γνωστό ότι «των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν», τα κρίσιμα ερωτήματα, οι προβληματισμοί και οι ενστάσεις οφείλουν να τεθούν από νωρίς στο τραπέζι, με πλήρη διαφάνεια. Και να συζητηθούν ανοιχτά, προτού ο λόγος περάσει στα γνωστά «λόμπι», τα… μπατζάκια των οποίων έχουν ήδη πάρει φωτιά, διαβλέποντας πεδίο δόξης λαμπρό.
Αυτό που σε κάθε περίπτωση πρέπει να θεωρείται δεδομένο είναι πως η κατεύθυνση του «αέρα» είναι πλέον διαφορετική στην Ευρώπη. Διότι εκεί που τις τελευταίες δεκαετίες φύσαγε κόντρα στους πυρηνικούς αντιδραστήρες, τόσο τους παραδοσιακούς όσο και τους νέας τεχνολογίας και μικρότερους, έχοντας ατύπως υιοθετήσει το γνωστό σύνθημα «Ατομική ενέργεια; Οχι ευχαριστούμε!», τώρα μοιάζει πλέον να είναι ούριος. «Φουσκώνοντας», έτσι, τα πανιά όχι μόνο του Εμανουέλ Μακρόν, αλλά και κάθε υπερμάχου της συγκεκριμένης μορφής, που τη θεωρεί ιδανική λύση.
Η αλήθεια είναι πως δύσκολα θα βρει κανείς σοβαρό επιστήμονα ο οποίος να αρνείται τους κινδύνους που η διαφαινόμενη στροφή συνεπάγεται. Εξίσου γεγονός είναι όμως ότι καμία μορφή ενέργειας, ούτε καν αυτή που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, δεν στερείται κινδύνων, έστω και «παράπλευρων». Είναι κάτι άλλωστε που εάν ήταν ειλικρινείς θα βεβαίωναν και όσοι παράγουν σήμερα ηλεκτρικά οχήματα, φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες.
Ισως, τελικά, η πιο ουσιαστική απάντηση να βρίσκεται πιο βαθιά. Στις πραγματικές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου για ενέργεια, οι οποίες προφανώς πρέπει να επανακαθοριστούν. Μέχρι να φτάσουμε εκεί όμως οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τώρα το ζήτημα που ανέκυψε. Γι’ αυτό και «ΤΑ ΝΕΑ» απευθύνθηκαν σε δύο ανθρώπους με γνώση και εγκυρότητα, αναλαμβάνοντας τη δέσμευση ότι ο διάλογος θα συνεχιστεί.
Από τη θεωρία στην πράξη: τα επόμενα βήματα στην Ελλάδα
Η δήλωση του Πρωθυπουργού στο Παρίσι σχετικά με την αξιοποίηση μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMR) συνιστά μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη όσον αφορά το ενεργειακό μέλλον της χώρας μας. Διότι για πρώτη φορά, ύστερα από δεκαετίες, το ζήτημα περνά από το επίπεδο μιας γενικής, θεωρητικής συζήτησης στο επίπεδο μιας πιο συστηματικής και οργανωμένης διερεύνησης των πραγματικών προϋποθέσεων που θα απαιτούσε η πιθανή χρήση της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πρακτική διερεύνηση μιας τέτοιας προοπτικής απαιτεί συνεπή και μακροπρόθεσμη προσέγγιση. Η τεχνολογία των SMR στον δυτικό κόσμο βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης και δεν είναι προς το παρόν εμπορικά διαθέσιμη. Παράλληλα, ακόμη και σε χώρες με πολυετή εμπειρία στην πυρηνική ενέργεια η προετοιμασία για την εισαγωγή νέων πυρηνικών τεχνολογιών, ιδίως στον χώρο της ναυτιλίας, αποτελεί διαδικασία που απαιτεί χρόνο και συστηματικό σχεδιασμό.
Για τον λόγο αυτόν, εάν μια χώρα επιθυμεί να διατηρήσει ανοικτή την επιλογή της πυρηνικής ενέργειας για το μέλλον, είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα, η προετοιμασία πρέπει να ξεκινά αρκετά χρόνια πριν από οποιαδήποτε ενδεχόμενη απόφαση υλοποίησης. Στην πράξη, τα πρώτα βήματα αφορούν κυρίως την πολιτική και θεσμική προετοιμασία του ίδιου του κράτους.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η δημιουργία ενός μηχανισμού συντονισμού σε υψηλό εθνικό επίπεδο, που θα αναλάβει την ολιστική αξιολόγηση των ενεργειακών, τεχνολογικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων μιας τέτοιας επιλογής. Παράλληλα, είναι αναγκαίο να εξεταστούν τα σενάρια ενσωμάτωσης της πυρηνικής ενέργειας στον μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχεδιασμό και ειδικότερα στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ).
Μεγάλη σημασία έχει η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου ρυθμιστικού και νομικού πλαισίου. Το πλαίσιο πρέπει να καλύπτει το σύνολο του κύκλου ζωής μιας πυρηνικής εγκατάστασης, από την αδειοδότηση και τη λειτουργία μέχρι τη διαχείριση των πυρηνικών καυσίμων και των ραδιενεργών αποβλήτων.
Η απόκτηση ρυθμιστικής ετοιμότητας είναι μια πρόκληση: είναι μια λεπτή άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην εξασφάλιση από τη μια του αγαθού της προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος και από την άλλη του αγαθού της τεχνολογικής προόδου και της καινοτομίας. Το δίλημμα ρύθμισης έναντι καινοτομίας για τους SMR είναι κρίσιμης σημασίας σε επίπεδο ΕΕ για την ευρωπαϊκή αλλά και γενικότερα τη δυτική πυρηνική βιομηχανία, αλλά λιγότερο κρίσιμης για μια χώρα σαν τη δικιά μας.
Η Ελλάδα, αν κινηθεί προς την κατεύθυνση της πυρηνικής ενέργειας, θα είναι χρήστης ενός SMR ήδη εγκεκριμένου από αξιόπιστη πυρηνική ρυθμιστική Αρχή της χώρας προέλευσης. Ο στόχος του εγχώριου ρυθμιστικού ελέγχου θα είναι η διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας από τη λειτουργία του παρά η επανέγκριση της τεχνολογίας αυτής καθαυτήν.
Παράλληλα, η περαιτέρω ανάπτυξη διεθνών συνεργασιών με χώρες και οργανισμούς που διαθέτουν εμπειρία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μεταφορά τεχνογνωσίας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ανάγκη ενίσχυσης του εξειδικευμένου δυναμικού στην ίδια την ΕΕΑΕ. Εχουμε επίγνωση αυτής της κρίσιμης ανάγκης.
Τέλος, καθοριστικός παράγοντας για οποιαδήποτε μελλοντική εξέλιξη είναι η διαφάνεια και η ουσιαστική ενημέρωση της κοινωνίας και των ενδιαφερόμενων μερών. Η συζήτηση γύρω από την πυρηνική ενέργεια απαιτεί τεκμηριωμένο διάλογο, βασισμένο στην επιστημονική γνώση, στη διεθνή εμπειρία και στην κατανόηση τόσο των δυνατοτήτων όσο και των προκλήσεων που συνδέονται με αυτές τις τεχνολογίες. Η συστηματική προετοιμασία, ο ολοκληρωμένος θεσμικός σχεδιασμός και η αυστηρή τήρηση των υψηλότερων προτύπων ασφάλειας αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για μια υπεύθυνη και ώριμη αντιμετώπιση ενός ζητήματος που συνδέεται άμεσα με το ενεργειακό μέλλον της χώρας.
H δημιουργία του συνολικού οικοσυστήματος είναι μια πολύπλοκη διαδικασία για την οποία απαιτείται μακροπρόθεσμη προσπάθεια και δέσμευση και στιβαρός και επίμονος κυβερνητικός συντονισμός, μαζί με την ιδιοκτησία του προγράμματος.
Ο Χρήστος Χουσιάδας είναι πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ)
Το ευρωπαϊκό λίφτινγκ της πυρηνικής ενέργειας
Πριν από την ουκρανική κρίση, η ΕΕ εξέταζε τρεις εκδοχές: 1) Σταδιακή αλλά γενναία απομάκρυνση από το φυσικό αέριο. 2) Δραστική μείωση της χρηματοδότησης νέων επενδύσεων για ορυκτό αέριο (αγωγοί, υγροποίηση κ.λπ.) και στροφή στις υποδομές παραγωγής και διανομής ανανεώσιμου αερίου (βιοαέριο από ζύμωση αποβλήτων ή συνθετικό αέριο ή υδρογόνο παραγόμενο με ηλεκτρισμό από ΑΠΕ) που θα αξιοποιεί τα υφιστάμενα δίκτυα. 3) Παύση της χρηματοδότησης κάθε επένδυσης σε αέριο και εστίαση στον πλήρη εξηλεκτρισμό στα κτίρια, τις μεταφορές και τη βιομηχανία, με ταχύτερη ανάπτυξη των ΑΠΕ (και της πυρηνικής ενέργειας, επέμενε η Γαλλία), καθώς και των ηλεκτρικών έξυπνων δικτύων.
Επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση η πράσινη μετάβαση εθεωρείτο δεδομένη. Οι διαφορές αφορούσαν κυρίως την ταχύτητα της απομάκρυνσης – από όλα τα ορυκτά καύσιμα – και την επιλογή μεταξύ των κυρίαρχων μελλοντικών φορέων: αερίου ή ηλεκτρισμού.
Μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η προοπτική μετάβασης επιταχύνεται λόγω ανάγκης απεξάρτησης από Ρωσία. Ομως τα διλήμματα εντείνονται, ενώ έρχεται να προστεθεί (στη συζήτηση)… ένα ποσοστό πυρηνικής ενέργειας που θα συμπληρώνει τις ΑΠΕ.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, όπως η Greenpeace, ασκούν έντονη κριτική στις διαφαινόμενες αναδιπλώσεις, με την ΕΕ να βάζει σε προτεραιότητα τα θέματα της ασφάλειας (αμυντικής, διατροφικής, κοινωνικής) έναντι άλλων κρίσιμων ζητημάτων όπως η κλιματική κρίση και το περιβάλλον. Επ’ αυτού εξαιρετικά αποκαλυπτική και η ομιλία-καταπέλτης (1 ώρα και 49′) του Εμανουέλ Μακρόν στη Σορβόννη στις 15/4/24 για το εξοπλιστικό μέλλον της Ευρώπης
Φυσικά το ζήτημα των εξοπλισμών και της ενίσχυσης μας ευρωπαϊκής άμυνας είναι το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η Ουκρανία δεν φαίνεται ικανή (χωρίς την ξένη υποστήριξη) να κερδίσει τον πόλεμο ή/και να τον παρατείνει μέχρι μια πιθανή συμφωνία. Η κατάληξη αυτού του πολέμου, πέραν της προσάρτησης εδαφών από τη Ρωσία, θέτει πράγματι ένα συμβολικό και πρακτικό ερώτημα για το μέλλον της Ευρώπης. Αρα τα όσα θα συμφωνηθούν (;) θα περιέχουν μηνύματα με πολλούς αποδέκτες, συμπεριλαμβανομένων και των λαϊκιστικών κομμάτων.
Στο δύσκολο αυτό τοπίο, να μην ξεχνάμε και πολιτικούς με επιρροή όπως η Μαρίν Λεπέν, που δηλώνει αντίθετη ακόμα και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά και ο πρόεδρος Μακρόν, ο οποίος ηγείται του λόμπι επαναφοράς της πυρηνικής ενέργειας. Απ’ ότι φάνηκε και στο COP29 στο Ντουμπάι, το λόμπι αυτό είναι τόσο ισχυρό που κατάφερε να πείσει ολόκληρη την ΕΕ να υιοθετήσει την άποψη της Γαλλίας για «καθαρή πυρηνική ενέργεια», η οποία μάλιστα μπορεί να είναι «σοβαρός υποψήφιος παράγων στην πράσινη μετάβαση και στη μάχη για την κλιματική αλλαγή».
Το καινούργιο αλλά ήδη πολύ παλιό και φθαρμένο αφήγημα, που φαίνεται να υιοθετεί εσχάτως και ο έλληνας Πρωθυπουργός, είναι ότι πέραν των κλασικών πυρηνικών μονάδων με «βαρύ ύδωρ» που έχουν ήδη κατασκευαστεί ή βρίσκονται στο στάδιο μας κατασκευής, αναδύεται και η νέα γενιά των αρθρωτών αντιδραστήρων (modular) με νέα συστήματα (παθητικής) ασφάλειας και μεγάλη γκάμα μεγεθών στα μέτρα των ποικίλων καταναλωτών – κυρίως βέβαια της βιομηχανίας.
Ως προς αυτά, η Ευρώπη είναι διχασμένη και τα οικολογικά κινήματα εν αναμονή.
Για την Ελλάδα, η οποία στήριξε την ενεργειακή μετάβαση εν πολλοίς στο φυσικό αέριο, τα πράγματα είναι εξίσου δύσκολα. Οπως φάνηκε και με την απολιγνιτοποίηση, οι χρόνοι για τις μεγάλες αλλαγές είναι ιδιαίτερα μακρείς.
Εκτός όμως από τα τεχνικά και χρηματοδοτικά προβλήματα, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν και οι εκάστοτε κοινωνικές αντιδράσεις (ουσιαστικές και προσχηματικές). Τα θαλάσσια αιολικά πάρκα, που φαίνεται να αποτελούν μια σοβαρή εναλλακτική λύση για τη χώρα μας, θα χρειαστούν επιπλέον χρόνο ή χρόνια γιατί σίγουρα θα προκύψουν καθυστερήσεις με την εφοδιαστική αλυσίδα. Τα εξειδικευμένα πλωτά μέσα δεν επαρκούν διεθνώς και οι χρόνοι αναμονής είναι μεγάλοι. Η δημιουργία «εθνικής» τεχνολογικής υποστηρικτικής βιομηχανίας είναι μεν εφικτή, αλλά και απροσδιόριστη.
Στη δύσκολη εξίσωση υπάρχουν βέβαια κι άλλοι άγνωστοι παράγοντες: το υδρογόνο, ο εξηλεκτρισμός του στόλου των αυτοκινήτων και η επικείμενη (;) αλλαγή καυσίμων στη ναυτιλία. Ολα ανοιχτά λοιπόν. Το τοπίο είναι μακριά από τον ενεργειακό πλουραλισμό με τους «οικιακούς» πυρηνικούς αντιδραστήρες του Μπιλ Γκέιτς. Μάλλον αμήχανο θα το χαρακτήριζα.
Ο Ηλίας Ευθυμιόπουλος είναι τ. διευθυντής της Greenpeace, τ. υφυπουργός, συγγραφέας
Πείτε τη γνώμη σας!






