Τα «μουσικά κουτιά» εμφανίζονται στην Ευρώπη στα μέσα του 17ου αιώνα και δεν είναι άλλο από μηχανισμοί που παράγουν μελωδίες δύο λεπτών το πολύ. Κουρδίζονταν με ένα κλειδί και ο αρχικός γρήγορος ήχος επιβράδυνε όσο ο χρόνος περνούσε. Αποτελούσαν βάση πάνω στην οποία έστεκαν παιδικές ή συμβολικές παραδοσιακές μορφές, παλιάτσοι και ζώα που χόρευαν σπασμωδικά στον ρυθμό της μουσικής. Μάγευαν αγόρια και κορίτσια, βασιλείς και προύχοντες, ήταν όμως και δώρα προς τους αντιβασιλείς της Ισπανίας. Ο κυβερνήτης του Περού, για παράδειγμα, δεχόταν πρεσβείες προς ακρόαση, αφού πρώτα επιδείκνυαν τις αρετές του μουσικού κουτιού.
Με το πέρασμα των χρόνων, τα μουσικά κουτιά μεγάλωναν, οι μηχανισμοί τους βελτιώνονταν, η διάρκεια της μουσικής και η ένταση του ήχου επέτρεπαν χορούς σε αριστοκρατικές συνάξεις, αστικές γιορτές, λαϊκά παζάρια και πανηγύρια προς τιμήν βασιλέων και προστατών αγίων, επαναστατικές συναθροίσεις. Καθώς ο ήχος τους έμοιαζε με τον ήχο του κλειδοκύμβαλου και, στη συνέχεια, του πιάνου, ένας Αγγλος στα τέλη του 19ου αιώνα (ίσως το 1876), τα ονόμασε πιανόλες, δηλαδή ορθά πιάνα, 1,40 μέτρα ύψος, πέντε οκτάβες. Η πρωτοτυπία ήταν ότι ο μηχανισμός μπορούσε να διαβάσει τη μελωδία, αποτυπωμένη σε εναλλάξιμα ειδικά ρολά χαρτιού (piano rolls), στα οποία ήταν χαραγμένες τρύπες για κάθε νότα και ξετυλίγονταν σύμφωνα με τον ρυθμό. Το πλεονέκτημα ήταν πως ο πιανίστας δεν ήταν απαραίτητος, η μελωδία μπορούσε να επαναληφθεί κατά το δοκούν, όσα περισσότερα piano rolls, περισσότερες μελωδίες, γινόταν πια λόγος για μηχανική αναπαραγωγή της μουσικής, για «μηχανικά πιάνα».
Η επιτυχία της πιανόλας υπήρξε άμεση. Η Αμερική άρχισε μαζική παραγωγή το 1898 με αποδέκτες τους μετανάστες που έρχονταν έτσι σε επαφή με τις μουσικές παραδόσεις των γενέθλιων τόπων τους. Σύμφωνα με απόφαση του 1908 του Ανώτατου Δικαστηρίου στις ΗΠΑ, μόνο το 1902 είχαν κατασκευαστεί 70.000 ως 75.000 πιανόλες και ενάμιση εκατομμύριο piano rolls. H Ευρώπη καθυστέρησε. Ωστόσο, πιανόλες που κατασκευάζονταν σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία ξεπουλούσαν αμέσως στις ευρωπαϊκές χώρες και στις αποικίες τους. Υπολογίζεται πως την περίοδο 1910-1920 οι πωλήσεις άγγιζαν κατ’ έτος περισσότερα από 10.000 «μηχανικά πιάνα». Αυτή η τάση έφερε αλλαγές στη μόδα, στις κοινωνικές συμπεριφορές, στα ήθη και έθιμα της αστικής τάξης, στις γυναικείες πρωτοβουλίες της λεγόμενης Belle Epoque, στη χρήση της μουσικής στον βωβό κινηματογράφο. Ο Στραβίνσκι μάλιστα μετέγραψε έργα του για πιανόλα. Ομως, η βασιλεία της πιανόλας υπήρξε σύντομη. Η εμφάνιση του φωνόγραφου, του ραδιοφώνου και στη συνέχεια των δίσκων βινυλίου εξαφάνισε τις πιανόλες. Στις μέρες μας, στο Pianola Museum Amsterdam βλέπει κανείς την αρχή και το τέλος αυτής της ιστορίας.
Στην Ελλάδα, o Νίκος Διονυσόπουλος, μουσικός ερευνητής και υπεύθυνος της σειράς μουσικών εκδόσεων των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης (ΠΕΚ), πήρε στα χέρια του στις αρχές της δεκαετίες του 2010 μερικά piano rolls που ανακαλύφθηκαν τυχαία στο πλυσταριό ενός παλιού σπιτιού στο κέντρο της Αθήνας. Σήμερα έχει περισώσει τριακόσια piano rolls. Σε αυτά αποτυπώνονται τραγούδια, άριες από οπερέτες και θεατρικές παραστάσεις, που στον καιρό τους αποτελούσαν επιτυχίες και καθιέρωναν τραγουδιστές και ηθοποιούς. Η θεματική αφορά τον έρωτα, την ερωτική απογοήτευση, τις γυναικείες μεταμορφώσεις. Από αυτή τη συλλογή επέλεξε 19 τραγούδια της δεκαετίας 1910-1920, οι στίχοι των οποίων και η διαφημιστική προβολή τους σε αφίσες γνωστών και λιγότερο γνωστών ζωγράφων κοσμούν την παρούσα έκδοση.
Τύχη αγαθή ενημέρωσε τον φίλο του Αργύρη Μπακιρτζή των «Χειμερινών Κολυμβητών» για τα ευρήματά του και του ζήτησε να τραγουδήσει δύο τραγούδια για δοκιμή, αλλά όπως εξομολογείται ο Μπακιρτζής, πήρε αέρα και «σαν χωριάτης ανέβηκε στο κρεβάτι», οπότε άφησε ένα για την Τότα Ευλαβή, νεαρή μουσικό. Εννοείται πως τα τραγούδια ακολουθούσαν το tempo της πιανόλας. Και το «γρέζο» της φωνής του Μπακιρτζή ταιριάζει με τους θορύβους του μηχανισμού που η εξαιρετική φωνή της Τότας Ευλαβή καλύπτει.
Και εδώ έχουμε την ιστορία της πιανόλας που ο Διονυσόπουλος ανακαίνισε και την έκανε λειτουργική. Στις δε ευχαριστίες αναφέρει δεκάδες συνεργατών, τεχνικών, συνθετών, φίλων για την υποστήριξή τους. Η πιανόλα λοιπόν που βρίσκεται στα γραφεία της Αθήνας των ΠΕΚ, κατασκευή του έτους 1923-1924 του γερμανικού οίκου πιάνων Wilhelm Schimmel, γνωστή με την επωνυμία Ducanola, ανήκε στην οικογένεια Νικολοπούλου, ιδρυτών και διευθυντών της εφημερίδας «ΕΘΝΟΣ». Η εγγονή του Σπύρου Νικολόπουλου Μάρω ενημέρωσε τον Διονυσόπουλο ότι στο σπίτι της μητέρας της υπήρχε μια πιανόλα που δεν λειτουργούσε και ήθελε να απαλλαγεί από αυτήν. Ανάλογη τύχη δεν είχε η πιανόλα της Εύας Σικελιανού, παραγωγή του γερμανικού οίκου πιάνων A.H. Grunert στο σπίτι του ποιητή Σικελιανού στην Αίγινα. Κλάπηκε μετά τον θάνατο της Εύας το 1952, χάθηκε, επανεμφανίστηκε και κατέληξε, σαράντα χρόνια αργότερα, το 1992, στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών. Δεν είναι βεβαίως λειτουργική, ούτε είναι γνωστό αν μπορεί να διασωθεί. Υποθέτουμε συνεπώς πως η μόνη πιανόλα «προς χρήση» σήμερα είναι αυτή των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.
Η έκδοση συνοδεύεται από CD με τα 19 τραγούδια προς απόδειξη της «αριστείας» της πιανόλας, του Αργύρη Μπακιρτζή και της Τότας Ευλαβή. Οσο για τον Ν. Διονυσόπουλο, προετοιμάζει τη συνολική έκδοση του ηχητικού υλικού με λεπτομερή αναφορά στην πορεία της έρευνας, τη θεωρητική και πρακτική τεκμηρίωση της τεχνολογικής μουσικής και κοινωνικής διάστασης της πιανόλας.
Αργύρης Μπακιρτζής – Τότα Ευλαβή
Τραγούδια της πιανόλας
Ερευνα – Επιμέλεια: Νίκος Διονυσόπουλος,
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025, σελ 64,
Τιμή 14 ευρώ






