Τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν το σπουδαιότερο μέρος του σύγχρονου συνταγματικού δικαίου. Ποιοτικά, γιατί το οργανωτικό μέρος του Συντάγματος, το «Σύνταγμα των εξουσιών», αποβλέπει σε τελευταία ανάλυση στην πραγμάτωση του «Συντάγματος των δικαιωμάτων», το οποίο σε ένα φιλελεύθερο-δημοκρατικό Κράτος αποτελεί τη «βάση» του Συντάγματος. Αλλά και ποσοτικά, γιατί ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, δηλαδή το εφαρμοσμένο συνταγματικό δίκαιο, αφορά κατά το μεγαλύτερο μέρος του ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Γι’ αυτό, η επιστημονική επεξεργασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία περιπτωσιολογική συνταγματική ανάλυσή τους. Αλλωστε, τα σύγχρονα δημοκρατικά Συντάγματα, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση ίσως το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, δεν κατοχυρώνουν τα θεμελιώδη δικαιώματα μόνο υπό τη μορφή ενός περιπτωσιολογικού καταλόγου αλλά και με γενικές διατάξεις που αφορούν όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα (βλ. π.χ. τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 του ελληνικού Συντάγματος).

Η ανάγκη μίας συστηματικής ανάλυσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που γίνεται ακόμη πιο επιτακτική λόγω του σταδιακού πολλαπλασιασμού τους, των πολλαπλών διαστάσεών τους και των συγκρούσεων μεταξύ τους ή με άλλα συνταγματικά αγαθά, οδήγησε στη θεωρητική ανάπτυξη του λεγόμενου Γενικού Μέρους των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αντικείμενο του οποίου αποτελεί η διαμόρφωση ενός συστηματικού πλαισίου για την εξατομίκευση, την ερμηνεία και την εφαρμογή των κατ’ ιδίαν θεμελιωδών δικαιωμάτων. Μάλιστα, σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το ισχύον σύστημα διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων δεν ευνοεί την εμβάθυνση σε θέματα συνταγματικής ερμηνείας, η καλλιέργεια του Γενικού Μέρους των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, ιδίως όταν δίδει στήριγμα και ώθηση στη συνταγματική νομολογιακή πράξη.

Αυτή είναι η περίπτωση του μονογραφικού εγχειριδίου του Ευ. Βενιζέλου «Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα. Σύνοψη της Γενικής Θεωρίας» (εκδ. Σάκκουλα, 2026), το οποίο είναι προσανατολισμένο σε μια πρακτική δογματική των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το Γενικό Μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων βρίσκεται αναπόφευκτα σε επαφή με τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την ιστορία και την πολιτειολογία, η προσέγγιση του συγγραφέα όμως είναι πρωτίστως νομική, και σκοπό της έχει τη διαμόρφωση μίας γενικής θεωρίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων σύμφωνης με το ελληνικό Σύνταγμα. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ορισμένες αποκρυσταλλώσεις της δεν έχουν αξιώσεις εγκυρότητας και για τις έννομες τάξεις άλλων συνταγματικών δημοκρατιών. Τούτο ισχύει, για παράδειγμα, για τη θέση του ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν «δικαιώματα του Συνταγματικού Δικαίου» (Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα, σ. 27 επ.), έστω κι αν ειδικότερες ρυθμίσεις τους περιέχονται στο Διοικητικό Δίκαιο, στο Ποινικό Δίκαιο, στο Εργατικό Δίκαιο, στο Αστικό Δίκαιο, κ.λπ., καθώς και για την απόδοση εκ μέρους του ίσης νομικής ισχύος σε όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα, δηλαδή της οντολογικής εξίσωσής τους, η οποία στο ελληνικό Σύνταγμα βρίσκει και «θετικό» στήριγμα στο άρθρο 25 παρ. 1 Συντ. όπου γίνεται λόγος για τα δικαιώματα του ανθρώπου «ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου» (Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα, σ. 54 επ.). Γενικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η σύνδεση της πολυεπίπεδης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων με την αρχή του maximum standard την οποία ο συγγραφέας αντλεί από το άρθρο 53 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 53 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα, σ. 77 επ.). Για τον συγγραφέα, η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων, που αποτελεί έναν βασικό κανόνα της συνταγματικής ερμηνείας, συνυπάρχει πλέον με τη σύμφωνη ερμηνεία με το δίκαιο της ΕΕ και το δίκαιο της ΕΣΔΑ. Στο πλαίσιο αυτό, ο ερμηνευτής οφείλει να αναζητεί την προστιθέμενη αξία σε κάθε επίπεδο προστασίας, που δεν αποκλείεται σε μία συγκεκριμένη περίπτωση να παρέχεται από την εθνική συνταγματική προστασία (Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα, σ. 79 επ.).

Ο συγγραφέας είναι μάλλον επιφυλακτικός απέναντι σε θεωρίες των θεμελιωδών δικαιωμάτων που απογειώνονται από το συνταγματικό κείμενο πάνω στη βάση προκαταβολικών αντιλήψεων του ερμηνευτή για τη φύση και τον σκοπό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αντιθέτως, αξιοποιεί «tous azimuts» το άρθρο 25 Συντ., όπως αυτό διαμορφώθηκε με τη δική του προσωπική εισφορά στην αναθεώρηση του 2001, αναδεικνύοντάς το σε θεμελιώδη κανόνα για την ερμηνεία και την εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων «μέσω» του Συντάγματος.

Κατά τον συγγραφέα, οι αρχές που θεσπίζει το άρθρο 25 Συντ., δηλαδή η αρχή του αδιαιρέτου των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ισότητας των δικαιωμάτων του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α΄ Συντ.), η αρχή της αποτελεσματικότητας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και το καθήκον θετικής προστασίας τους εκ μέρους του κράτους (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β΄), η ισχύς τους και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ΄), η αρχή της αναλογικότητας των νομοθετικών τους περιορισμών και της στάθμισης των δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄), η αρχή της αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4) και η απαγόρευση της κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 25 παρ. 3) ως όρια σε μία απόλυτη άσκηση των δικαιωμάτων που δεν λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα των άλλων (ένα ζήτημα που απέκτησε ιδιαίτερη σημασία κατά την περίοδο της πανδημίας), χαράσσουν τις βασικές συνταγματικές κατευθύνσεις για την ερμηνεία και την εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα, σ. 109 επ.).

Ενα άλλο ζήτημα του Γενικού Μέρους των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο αφορά την ίδια τη θεωρία του Συντάγματος, αποτελεί η σχέση μεταξύ Συντάγματος, νομοθέτη και δικαστή στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Για τον συγγραφέα, ο δικαστής μπορεί να εμπλουτίζει ή να τελειοποιεί το Σύνταγμα, αλλά όχι να το παράγει ο ίδιος και γι’ αυτό δεν πρέπει να υποκαθιστά τους συνταγματικούς κανόνες με τις δικές του ηθικο-πολιτικές αναγνώσεις του Συντάγματος, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι προοδευτικές ή συντηρητικές (Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα, σ. 218). Μάλιστα, ειδικότερα, όσον αφορά την ικανοποίηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που συναρτώνται με την άσκηση δημοσίων πολιτικών οικονομικού ή δημοσιονομικού χαρακτήρα, δίδει προτεραιότητα στη νομοθετική διαχείρισή τους, δηλαδή στην αρμοδιότητα της πολιτικής αντιπροσώπευσης, λόγω της αυξημένης πολιτικότητας των συνταγματικών σταθμίσεων στο πεδίο αυτό (Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα, σ. 147-149).

Η «Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα» είναι ένα διδακτικό εγχειρίδιο, αλλά όχι μόνον. Περιέχει φυσικά πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούν να συμπυκνωθούν σε μια σύντομη παρουσίασή του και θα προκαλέσει, όπως και όλα τα βιβλία του συγγραφέα, γόνιμους θεωρητικούς προβληματισμούς.

Ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο  Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Ευάγγελος Βενιζέλος

Εισαγωγή στα θεμελιώδη δικαιώματα

Σύνοψη της γενικής θεωρίας

Εκδ Σάκκουλα, 2026, σελ. 292

Τιμή 28 ευρώ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.