Μποϊκοτάζ. Ενας όρος τόσο κοινότοπος πριν από κάποιες δεκαετίες, κυρίως στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου όταν η αποχή με στόχο τη ματαίωση ή υποβάθμιση ενός γεγονότος θεωρείτο πανίσχυρο όπλο της εποχής.
Ο όρος μποϊκοτάζ επανήλθε με ορμή τις τελευταίες εβδομάδες, πρώτα ως απειλή από κάποιες ευρωπαϊκές χώρες για αποχή από το Παγκόσμιο Κύπελλο ως αντίδραση στα επεκτατικά σχέδια των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη Γροιλανδία και πρόσφατα ως εικασία για την απόφαση που αναμένεται να λάβει το Ιράν για τη συμμετοχή του στη διοργάνωση.
Η παρουσία της Team Melli θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, κυρίως από τη νέα ηγεσία του Ιράν και την εξομάλυνση των σχέσεων της χώρας με τις ΗΠΑ. Οι προσωπικές θέσεις του Ντόναλντ Τραμπ επί του θέματος μέσω της δήλωσής του στο Politico πως δεν τον ενδιαφέρει αν θα συμμετάσχει το Ιράν στο Μουντιάλ δεν έχουν κανένα ειδικό βάρος, από τη στιγμή που η μόνη αρμόδια να λάβει τέτοιες αποφάσεις είναι η FIFA.
Το μποϊκοτάζ στο Παγκόσμιο Κύπελλο δεν αποτελεί άγνωστη έννοια και μάλιστα οι βάσεις του μπήκαν εξ απαλών ονύχων της διοργάνωσης.
Στο παρθενικό Μουντιάλ, το 1930, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αρνήθηκαν να ταξιδέψουν στην Ουρουγουάη που είχε αναλάβει τη διοργάνωση.
Η Σελεσάο κατέκτησε το πρώτο τρόπαιο αλλά στη δεύτερη διοργάνωση, το 1934, αρνήθηκε με τη σειρά της να περάσει τον Ατλαντικό και να αγωνιστεί στα ιταλικά γήπεδα. Είναι η μοναδική φορά που κάτοχος του τίτλου δεν υπερασπίστηκε τα κεκτημένα της. Για τον ίδιο λόγο δεν ταξίδεψε στην Ιταλία και η φιναλίστ του πρώτου Μουντιάλ, Αργεντινή.
Από τη διοργάνωση του 1934 απείχαν επίσης τα Home Nations, δηλαδή η Αγγλία, η Σκωτία, η Ουαλία και η Ιρλανδία γιατί θεώρησαν ως σημαντικότερη τη συμμετοχή τους στο Home Championship.
Η Αυστρία ήταν ανάμεσα στα φαβορί για το τουρνουά του 1938, αλλά λόγω της προσάρτησης της χώρας από τις ναζιστικές δυνάμεις μέχρι τη διεξαγωγή της διοργάνωσης, δεν μπόρεσε να συμμετάσχει.
Ορισμένοι αυστριακοί παίκτες εντάχθηκαν στη γερμανική ομάδα, όχι όμως και το μεγάλο αστέρι Ματίας Ζίντελαρ, που αρνήθηκε να αγωνιστεί για το ναζιστικό κράτος.
Η Ινδία κατάφερε να προκριθεί σε ένα μόνο Παγκόσμιο Κύπελλο, όμως ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να συμμετάσχει.
Αυτό συνέβη το 1950, όταν αποσύρθηκαν ομάδες από τα προκριματικά και η Ινδία πέρασε αυτόματα στους τελικούς, αλλά αποφάσισε να μην ταξιδέψει στη Βραζιλία.
Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη, δεν συνέβη επειδή η FIFA απαγόρευσε να παίξουν ξυπόλητοι (όπως είχαν κάνει στους Ολυμπιακούς δύο χρόνια πριν), αλλά λόγω εξόδων ταξιδιού, έλλειψης χρόνου προετοιμασίας και ζητημάτων επιλογής ομάδας.
Τα οικονομικά ήταν επίσης ο λόγος που η Τουρκία απέρριψε την πρόταση να συμμετάσχει στο Μουντιάλ του 1950, καθώς δεν είχε τα χρήματα για να καλύψει τα έξοδα του μεγάλου ταξιδιού.
Στο τουρνουά του 1966 ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπεται είναι η απουσία αφρικανικών ομάδων.
Αυτό συνέβη επειδή οι χώρες από τη Μαύρη Ηπειρο μποϊκόταραν τα προκριματικά, διαμαρτυρόμενες για την απόφαση της FIFA να δώσει μόνο μία θέση συνολικά σε Αφρική, Ασία και Ωκεανία.
Στο Μουντιάλ του 1974 ακούστηκε ξανά η λέξη μποϊκοτάζ. Οι Σοβιετικοί αποκλείστηκαν από τα προκριματικά όταν αρνήθηκαν να δώσουν τον αγώνα ρεβάνς με τη Χιλή στο Στάδιο Νασιονάλ τον Νοέμβριο του 1973.
Η άρνησή τους οφειλόταν στην ανατροπή από τον Πινοσέτ της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε υποστηριζόμενη από τη CIA. Οι Χιλιανοί μπήκαν μόνοι τους στο γήπεδο και ο αρχηγός Βαλδές σκόραρε σε άδειο τέρμα πριν διακοπεί το παιχνίδι.
Στο τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο το 2022 στο Κατάρ υπήρξαν πολλές προτάσεις για μποϊκοτάζ ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τις συνθήκες εργασίας των μεταναστών εργατών, τις φερόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το αμφιλεγόμενο ιστορικό της χώρας απέναντι τους ΛΟΑΤΚΙ. Οι απειλές έμειναν ωστόσο μόνο στα χαρτιά και το Κατάρ διοργάνωσε μία από τις καλύτερες και με λιγότερα προβλήματα διοργανώσεις.






