Σε μια περίοδο αυξανόμενου γεωπολιτικού ανταγωνισμού και επιβράδυνσης της οικονομικής δυναμικής, η Κίνα έστειλε ένα σαφές μήνυμα για τη νέα φάση στην οποία εισέρχεται η οικονομία της. Από το Πεκίνο, κατά την έναρξη των εργασιών του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου, ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ παρουσίασε το νέο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο για τα επόμενα χρόνια, θέτοντας στόχο ανάπτυξης για το 2026 μεταξύ 4,5% και 5% – τον χαμηλότερο από το 1991. Η επιλογή αυτή αποτελεί σαφή παραδοχή ότι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου εισέρχεται σε περίοδο πιο συγκρατημένης ανάπτυξης, καθώς αντιμετωπίζει εσωτερικές προκλήσεις όπως χαμηλή καταναλωτική εμπιστοσύνη, υψηλή ανεργία των νέων και πιέσεις από την κρίση στην αγορά ακινήτων, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να αναδιαμορφώσει το παραγωγικό της μοντέλο.
Την ίδια στιγμή, το Πεκίνο επιχειρεί να ενισχύσει τη στρατηγική του θέση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, δίνοντας έμφαση στην τεχνολογική υπεροχή σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι κβαντικοί υπολογιστές και οι κρίσιμες πρώτες ύλες, ενώ παράλληλα αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες και προωθεί τη μετάβαση σε νέους ενεργειακούς και βιομηχανικούς «κινητήρες» ανάπτυξης. Το νέο σχέδιο συνδυάζει δημοσιονομική στήριξη της οικονομίας, ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και πολιτικές για την αντιμετώπιση της δημογραφικής συρρίκνωσης, υπογραμμίζοντας την προσπάθεια της κινεζικής ηγεσίας να διαχειριστεί μια πιο σύνθετη οικονομική πραγματικότητα χωρίς να εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες της για τεχνολογική και γεωπολιτική ισχύ.
Κάθε Μάρτιο, οι ηγέτες της Κίνας συγκεντρώνονται στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού στο Πεκίνο για να ανακοινώσουν πόσο αναμένεται να αναπτυχθεί εκείνη τη χρονιά η οικονομία. Κατά κανόνα δεν υπάρχουν σοβαρές αλλαγές από χρόνο σε χρόνο. Χθες ωστόσο ήταν η πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από τρεις δεκαετίες που το όριο τίθεται κάτω από το 5% και αποτελεί επίσημη παραδοχή ότι η χώρα βρίσκεται πλέον σε μια αργή πορεία ανάπτυξης. Η ανακοίνωση του στόχου ανάπτυξης παρακολουθείται στενά από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, επειδή αποτυπώνει τις προσδοκίες των αξιωματούχων της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του ηγέτη της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ. Σε ένα πολιτικό σύστημα που καθοδηγείται έντονα από τα ανώτερα επίπεδα εξουσίας, ο αριθμός αυτός μπορεί να δώσει ενδείξεις για τα σχέδια οικονομικής πολιτικής.
Σύμφωνα με τον Νταν Γουάνγκ, επικεφαλής της ομάδας για την Κίνα στο Eurasia Group, η κινεζική κυβέρνηση γνωρίζει τα προβλήματα της εγχώριας οικονομίας και ο χαμηλότερος στόχος δείχνει πως είναι πρόθυμη να ανεχθεί πιο αργή ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα, ενώ επικεντρώνεται σε μακροπρόθεσμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Ο χαμηλότερος στόχος ανάπτυξης είναι κάτι «που περίμεναν και γνωρίζουν οι αγορές και οι οικονομολόγοι τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό», σχολίασε η Ζονγκγιούαν Ζόι-Λιου, ερευνήτρια στο Council on Foreign Relations.
Εκτός από τον στόχο ανάπτυξης, η Κίνα ανακοίνωσε ότι το έλλειμμα του κεντρικού προϋπολογισμού θα είναι περίπου 4% του μεγέθους της οικονομίας, δηλαδή του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, περίπου στο ίδιο επίπεδο με πέρυσι. Ο στόχος για το έλλειμμα καθορίζει την κατεύθυνση του δανεισμού της κεντρικής κυβέρνησης, κάτι που μπορεί να δώσει ενδείξεις για σχέδια δημοσιονομικής τόνωσης της οικονομίας. Ωστόσο, και οι περιφερειακές-τοπικές κυβερνήσεις δανείζονται επίσης σε μεγάλο βαθμό. Τους τελευταίους μήνες, πολλές επαρχίες και μεγάλες πόλεις της Κίνας ανακοίνωσαν τους δικούς τους στόχους ανάπτυξης για το 2026, οι οποίοι ήταν χαμηλότεροι από τους περσινούς. Αυτό τροφοδότησε εικασίες οικονομολόγων ότι ο εθνικός στόχος θα μπορούσε να πέσει κάτω από το 5% φέτος για πρώτη φορά από το 1991, σύμφωνα με ανάλυση της επενδυτικής τράπεζας Macquarie Group.
Οπως επισημαίνει άρθρο των «New York Times», μεγάλο μέρος της οικονομικής ισχύος της Κίνας προέρχεται από τη μεταποίηση, αλλά η υπερβολική της αυτή εξάρτηση έχει δημιουργήσει προβλήματα. Η υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα των εργοστασίων και ο έντονος ανταγωνισμός έχουν οδηγήσει σε πτώση των τιμών συνθλίβοντας τα περιθώρια κέρδους σε πολλούς κλάδους. Οι εταιρείες παράγουν περισσότερο, αλλά κερδίζουν λιγότερα. Η έλλειψη ενός ισχυρού κοινωνικού δικτύου προστασίας ενισχύει επίσης το υψηλό ποσοστό αποταμίευσης στην Κίνα, καθώς τα νοικοκυριά ανησυχούν για το πώς θα καλύψουν μελλοντικά ιατρικά έξοδα και δαπάνες στη συνταξιοδότηση.
Η βελτίωση των οικονομικών προοπτικών απαιτεί ισχυρότερη εγχώρια κατανάλωση μαζί με μια στροφή προς αυτό που η κυβέρνηση αποκαλεί «υψηλής ποιότητας ανάπτυξη» σε προηγμένους τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, κάτι που ωστόσο θα απαιτούσε διαρθρωτικές αλλαγές.





