Το σκηνικό είχε ξαναπαιχτεί. Αυτή τη φορά, όμως, τα πράγματα είναι πιο κρίσιμα. Η Ελλάδα, σε μια περίοδο διεθνούς αταξίας, συγκρούσεων πολύ πιο σύνθετων από εκείνες που θα τις όριζε το διεθνές δίκαιο και κρίσης με πιθανές επιπτώσεις στην Ευρώπη και συνολικά στον δυτικό κόσμο, προφανώς ξετυλίγει μια στρατηγική ασφαλείας, με διπλό στόχο: την προστασία του ελληνισμού όπου θα μπορούσε να κινδυνεύει και την ενίσχυση των θέσεών της στη διεθνή σκηνή, με έμφαση στη σχέση με την Τουρκία.
Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν, η Ελλάδα έλαβε στρατηγικής σημασίας αποφάσεις: έστειλε στην Κύπρο (όπου υπενθυμίζω ότι υπάρχει μόνιμη δύναμη του ελληνικού στρατού) δυο φρεγάτες και τέσσερα πολεμικά αεροπλάνα, με βασική αποστολή την αναχαίτιση πιθανών πυραυλικών επιθέσεων ή επιθέσεων με drone κατά της νήσου. Επίσης, εγκατέστησε μια συστοιχία αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot στην Κάρπαθο για να ενισχύσει την αεράμυνα. Η Κάρπαθος επελέγη ως «προκεχωρημένο σημείο αεράμυνας» που επιτρέπει στην Ελλάδα να παρακολουθεί και να καλύπτει τον χώρο μεταξύ Αιγαίου και Κύπρου πιο αποτελεσματικά. Ωστόσο, και ο εξοπλισμός της Καρπάθου και η περιπολία δυο φρεγατών στην Κύπρο θα μπορούσε να είναι στρατηγικές κινήσεις ευρύτερης σημασίας – με στόχο την ενίσχυση αποτροπής επιχειρησιακής παρουσίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι κινήσεις αυτές της ελληνικής κυβέρνησης ερμηνεύτηκαν από μεγάλη μερίδα της αντιπολίτευσης, όχι μόνο της αριστερής αλλά και της ακροδεξιάς, ως προσχώρηση της Ελλάδας στον πόλεμο. Ξαφνικά, φετιχοποιείται η στάση της Ισπανίας, του Σάντσεθ που ως προοδευτικός Ορμπαν αμφισβητεί την ενιαία πολιτική έκφραση της ΕΕ (και πάντως εξηγεί τις δυσκολίες της Ενωσης να αποκτήσει έναν ενιαίο και αυτοδύναμο αμυντικό μηχανισμό) και, αίφνης, η Ελλάδα και η Ευρώπη (πλην Ισπανίας) απαξιώνονται από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης ως ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πλάι στον Τραμπ.
Αλλά, προφανώς, σκασίλα του μεγάλη του Μητσοτάκη τι ζητάει η αντιπολίτευση – η οποία ούτως ή άλλως πολιτεύεται με τα γνωστά κλισέ της ανευθυνότητας. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτει διασφαλίζει στη χώρα τη δυνατότητα άσκησης της πολιτικής που επιλέγεται. Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες έχουν νόημα επειδή δείχνουν τι θα συνέβαινε αν, ας πούμε, η κυβέρνηση δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία και η ΝΔ ήταν αναγκασμένη να βρίσκεται σε συμμαχική κυβέρνηση με μια μικρότερη δύναμη.
Μια μικρή δύναμη που συμμετέχει σε μια κυβέρνηση, σε περιόδους κρίσης, θα μπορούσε να επιδιώξει την εφαρμογή της δικής της πολιτικής. Μπορούσε να πιέσει ώστε, π.χ., να μη στείλει η Ελλάδα φρεγάτες στην Κύπρο. Η Ελλάδα, δηλαδή, μπορούσε να μην ανταποκριθεί σε μια στοιχειώδη υποχρέωσή της απέναντι στο δεύτερο ελληνικό κράτος της ΕΕ και στους ελληνοκύπριους πολίτες του. Η αντίρρηση αυτή, πιθανόν να συνοδευόταν από ενστάσεις για τους εξοπλισμούς, για την οικονομική στρατηγική, για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια – δηλαδή για τις διακριτές πολιτικές στοχεύσεις της σημερινής κυβέρνησης, που υπό την πίεση της επιβίωσης μπορούσε να διαιωνίσει την αδράνεια.
Το υποθετικό αυτό παράδειγμα (που, πάντως, μπορούμε να το συσχετίσουμε με ό,τι συνέβη όταν κατέρρευσε η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ, το 2013) δείχνει την ανάγκη που έχει η χώρα για ισχυρές κυβερνήσεις, οι οποίες θα μπορούν να λαμβάνουν απρόσκοπτα αποφάσεις.
Πολιτική σταθερότητα και ισχυρές κυβερνήσεις είναι ένα ισχυρό όπλο της Ελλάδας στη σημερινή παγκόσμια συνθήκη της αβεβαιότητας και της μετάβασης σε νέες παγκόσμιες ισορροπίες. Το διάστημα ως τις εκλογές αυτά θα είναι ανάμεσα στα θέματα των βασικών συζητήσεων.
Το παιχνίδι της ανευθυνότητας
Την περασμένη χρονιά, η Ελλάδα κινήθηκε στον αστερισμό μιας σειράς κορυφαίων fake news γύρω από το τρομερό δυστύχημα των Τεμπών, τα οποία διακίνησαν, κυρίως, οι πολιτικοί και τα υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό η δημοσιογραφία: στον αστερισμό του ξυλολίου, του «μπαζώματος» για να εξαφανιστούν τα ίχνη του, των βαγονιών που εξαερώθηκαν. Φτάσαμε επί μήνες να συζητούμε με φανατισμό αυτά τα ανύπαρκτα θέματα, να γίνονται αναλύσεις, να καλούνται ειδικοί. Αποδείχτηκε ότι ο Βελόπουλος, η Κωνσταντοπούλου, ο Φάμελλος, ο Τσίπρας, το ΚΚΕ, διάφοροι πασόκοι και άλλα παιδιά χρησιμοποιούσαν ένα ψέμα για να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη και να πιέσουν την κυβέρνηση. Με ό,τι να ‘ναι, άφησαν τραύματα και έναν πληθυσμό ακόμα πιο καχύποπτο απέναντι στην πολιτική και στη δημοκρατία.
Προχθές και χθες, ο γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας διακίνησε ως βεβαιότητα μια είδηση που δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά: ότι δυο drones από το Ιράν είχαν κατεύθυνση την αμερικανική βάση της Σούδας, δηλαδή τα Χανιά, δηλαδή την Ελλάδα. Προφανώς, παίζει με το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, που πολλοί θεωρούν ότι διακυβεύεται, παπαγαλίζοντας το αντι-ιμπεριαλιστικό ποίημα. Δεν αμφέβαλλα ποτέ ότι και το ΚΚΕ συμμετέχει στο παιχνίδι της ανευθυνότητας.






