Η Ακροδεξιά ήταν, είναι και θα είναι πάντα εδώ. Για να μας θυμίζει πώς μπορεί να γίνει ο άνθρωπος όταν φοβάται. Φοβάται τον ξένο, τον γείτονα, τον διαφορετικό, τον άλλον άνθρωπο. Να μας θυμίζει ότι οι άνθρωποι όταν φοβούνται μπορεί να γίνουν τέρατα. Να μας θυμίζει τη διαφορά του πατριώτη με τον εθνικιστή. Ο ένας κρατάει ψηλά τη σημαία για την πατρίδα του και ο άλλος για το κοντάρι που λειτουργεί ως πολεμοφόδιο όταν κι όποτε χρειαστεί.
Η Ακροδεξιά ήταν, είναι και θα είναι πάντα εδώ για να ψαρέψει ψήφους από τη φοβισμένη γιαγιά που θα την περάσει απέναντι στον δρόμο ή τον φοβισμένο έφηβο που πιστεύει ότι αν γίνει λύκος θα πάψουν να τον αντιμετωπίζουν ως πρόβατο. Και αν τη γιαγιά θα πρέπει να κατέβει στο πεζοδρόμιο για να τη συναντήσει, τον έφηβο τον συναντά καθημερινά στην οθόνη του κινητού του. Στο Διαδίκτυο.
Εκεί που τα τσιτάτα και τα εύκολα, ανέξοδα αλλά παντελώς κούφια συνθήματα αγοράζονται εύκολα από τους ανιστόρητους πιτσιρικάδες. Αυτούς που σήμερα πέφτουν θύματα μπούλινγκ και αύριο θα γίνουν αυτοί θύτες με θύματα τους ξένους, τους αριστερούς, τους γκέι κοκ. Που άξαφνα θα πιστέψουν ότι εμείς είμαστε οι καλοί, οι καθαροί, οι κανονικοί. Κι επειδή είμαστε τόσο καλοί, τόσο καθαροί, τόσο κανονικοί απειλούμαστε από όλους τους άλλους.
Ανεξάρτητα λοιπόν από τις αποφάσεις των δικαστηρίων, ο αγώνας για τη δημοκρατία οφείλουμε να είναι συνεχής. Και να ξεκινάει από εκεί που έχει ως πρώτο στόχο ο φασισμός: Το μυαλό μας.
Το ευχάριστο εδώ στην Ελλάδα είναι ότι οι λύκοι της Ακροδεξιάς δεν έβαλαν ποτέ τον μανδύα του προβάτου. Μας συστήθηκαν από την αρχή όπως ακριβώς ήταν: Λύκοι.
Γι’ αυτό και ουδείς απ’ όσους είναι δίπλα τους μπορεί να δηλώσει εξαπατημένος. Είναι απλά φασίστας. Και θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να τα βρει με τον εαυτό του. Να ξαναθυμηθεί ποιες είναι οι βασικές αξίες του ανθρώπου. Αυτό που δεν θα του θυμίσει ποτέ η Ακροδεξιά.






