Μια κάμαρα με παράθυρο, για να μπορεί να καπνίζει και να ατενίζει τον ουρανό ενόσω γράφει, ενόσω λυτρώνεται διά της γραφής, ενόσω γνωρίζει και αισθάνεται και φρονεί ότι, εάν δεν γράψει, θα χαθεί η ίδια και ο χρόνος θα ακυρωθεί. Μας λέγει ότι έχουμε πλέον χρέος να σώσουμε τα δευτερόλεπτα για να σώσουμε τη μνήμη, κι αυτό με τις λέξεις θα πραγματωθεί, θα τελεσφορήσει με το γράψιμο, μολονότι η εργασία της ήταν να συνθέτει έργα με εικόνες – μάλιστα, ένα τέτοιο έργο της, το Jeanne Dielman, 23 quai de Commerce (1975), το οποίο δημιούργησε μόλις στα είκοσι πέντε της, κατέκτησε την πρώτη θέση των εκατό κορυφαίων ταινιών στην ιστορία του κινηματογράφου, σύμφωνα με το περιοδικό Sight & Sound, τον Δεκέμβριο του 2022, και αξίζει να σημειώσουμε ότι είναι η πρώτη φορά που γυναίκα τιμάται τοιουτοτρόπως.
Ακουγε στο όνομα Σαντάλ Ακερμάν, γεννήθηκε στις Βρυξέλλες στις 6 Ιουνίου του 1950 και αποχώρησε οικειοθελώς για τις ταινιοθήκες τ’ ουρανού στις 5 Οκτωβρίου του 2015, στο Παρίσι. Ενδιαμέσως, θήτευσε με τόλμη και ευφυΐα στο σελιλόιντ και στο χαρτί, γυρίζοντας την πρώτη ταινία της στα δεκαοκτώ της και άλλες σαράντα μέχρι την τελευτή του βίου της. Επίσης, έγραψε κείμενα και βιβλία, δίδαξε κινηματογράφο στο City College της Νέας Υόρκης και πειραματίστηκε με βιντεοεγκαταστάσεις.
Η σκηνοθέτις και συγγραφέας Εύα Στεφανή (ΗΠΑ, 1964) σημειώνει στο περιεκτικό και συγκινητικό επίμετρο του βιβλίου της Ακερμάν Η μητέρα μου γελάει (μτφ. Μυρτώ Ταπεινού, εκδ. Πλήθος): «Η Ακερμάν είναι αδυσώπητη αλλά και εξαιρετικά τρυφερή στον τρόπο που περιγράφει την αρχετυπική σχέση μαμάς – κόρης. Στο Η μητέρα μου γελάει, θραύσματα της καθημερινότητας, το φαΐ της μητέρας, η νοσοκόμα, μπερδεύονται με μνήμες από μια παλιά ερωμένη, ταινίες, το τραύμα του Ολοκαυτώματος της μητέρας που φέρει φυσικά και η ίδια η Ακερμάν μέσα της για πάντα» (σ. 256).
Με μια γραφή αψιμυθίωτη, εστιασμένη στην απόλυτη ακρίβεια (τόσο όταν περιγράφει καθημερινές ρουτίνες όσο και όταν θίγει οδυνηρές πτυχές του έρωτα ή της αγωνίας απέναντι στη φθορά και την ασθένεια), η Ακερμάν μετατρέπει μια κουζίνα, έναν κήπο, ένα περβάζι σε παγκόσμιο σκηνικό, στο στούντιο της πραγματικότητας, καλώντας μας όχι μονάχα να συμμεριστούμε τα όσα αποτυπώνει στο χαρτί αλλά και να στραφούμε στον μύχιο κόσμο μας, να κατανοήσουμε και εμείς πώς αντιμετωπίζουμε (ή/και οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε) τα όσα φέρνει ο καιρός, τα όσα έχουν συσσωρεύσει οι στιγμές, τα όσα αίφνης εμφανίζει το παρόν στο διάβα μας.
Μιλώντας για τη γηραιά και νοσούσα μητέρα της, η Ακερμάν μιλάει για όλους μας, κοινωνούς μάς καθιστά της εμπειρίας της, την οποία μας δωρίζει. Μας ταξιδεύει στο Μεξικό, στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, μέσα από εικόνες που περιγράφονται με λέξεις επιλεγμένες έτσι ώστε τίποτα να μην περισσεύει, τίποτα να μην αποκρύπτεται, τίποτα να μην είναι θολό, φλου, θαμπό, ανεστίαστο. Η Ακερμάν γράφει με φακό 50άρη και ασπρόμαυρο φιλμ, έχοντας φυσικά μια φιλοσοφική και λογοτεχνική σκευή υψηλών αξιώσεων στον σάκο εκστρατείας της.
«Οπως και το άστρο το φωτεινό θα βγει», διαβάζουμε στη σ. 112, «γιορτινό μήνυμα θα φέρει απ’ τον ουρανό, μερικές φορές ακόμα και η λέξη ουρανός με κάνει να ανατριχιάζω ολόκληρη, παρόλο που μου αρέσει ο ουρανός, μου αρέσει ο ουρανός όπως και να ‘ναι, ειδικά όταν απλώνεται μπροστά μου σαν θόλος. Μου αρέσει τόσο πολύ ο ουρανός, που μπορώ να μείνω για ώρες στο κρεβάτι του παρισινού διαμερίσματός μου και απλώς να τον κοιτάζω».
Η γραφή ως καταφύγιο, ως μπούνκερ από όπου η Ακερμάν αμύνεται απέναντι στις ενίοτε καταιγιστικές επιθέσεις του πόνου (σωματικού και ψυχικού), των διακυμάνσεων, των απογοητεύσεων, των αμφιβολιών – και ξέρουμε καλά πόσο ταλανίζεται κάθε σοβαρός καλλιτέχνης απ’ όλα αυτά, πόσο και πώς σπάει τα κόκαλά του προκειμένου να βρει τη σωστή λέξη, τη mot juste, όπως επέμενε ο Φλομπέρ, τη νότα ακριβείας, την αρμόζουσα και δέουσα γωνία λήψης.
Η Ακερμάν μιλάει / γράφει για τη μητέρα της, μας εξομολογείται παράλληλα δικούς της έρωτες, αυτοψυχολογείται και αυτοβιολογείται για να φτάσει (και φτάνει!) στο μεδούλι της απόλυτης ειλικρίνειας, του λόγου που γίνεται νυστέρι, της φράσης που γίνεται σουγιάς, της παραγράφου που γίνεται γιαταγάνι – κι έτσι ξεσκίζει (κι εμείς μαζί της) όχι μόνο χαρτονένια σκηνικά αλλά και τις βελούδινες αυλαίες του ψευδούς.
Κλυδωνιζόμενη μες στη διαλεκτική οδυνηρής απαισιοδοξίας και αναπάντεχης αισιοδοξίας, η Ακερμάν αποφαίνεται: «Οταν υπάρχει μια αλήθεια που είναι δύσκολο να την εντοπίσεις, ενώ ξέρεις ότι υπάρχει κάπου εκεί μέσα, κάτι συμβαίνει υποδόρια, αργά, μερικές φορές πολύ αργά, και ξαφνικά, όταν δεν το σκέφτεσαι καν, αυτή η αλήθεια έρχεται στο φως και είναι μια φοβερή στιγμή, δεν είναι κάτι σύνηθες και είναι ωραίο, είναι τόσο ωραίο ξαφνικά να σε κυριεύει ένα αίσθημα ελαφρότητας και ηρεμίας» (σ. 44).
«Μητέρα και κόρη: ένα στρογγυλό καρπούζι βίαια κομμένο στα δύο», γράφει η Στεφανή (σ. 254), και το σπουδαίο βιβλίο της Σαντάλ Ακερμάν είναι μια τελεσφόρα διαδικασία επανένωσης / συμφιλίωσης αυτών των δύο.
Ο Γιώργος – Ικαρος Μπαμπασάκης είναι συγγραφέας – μεταφραστής
Chantal Akerman
Η μητέρα μου γελάει
Μτφ. Μυρτώ Ταπεινού
Εκδ. Πλήθος, 2025, σελ. 264
Τιμή 20 ευρώ







