Πριν από μερικές ημέρες, έγραφα στα «ΝΕΑ» ότι η ιστορία της εξαφάνισης της 16χρονης Λόρα από το Ρίο, ο τρόπος που αυτό το κορίτσι σχεδίασε και μεθόδευσε τη φυγή του, το πώς μάζευε τα χρήματα «νοικιάζοντας» βιβλία, πλέκοντας και μεταπουλώντας διάφορα είδη, η σχολαστικότητα με την οποία εξαφάνισε το ηλεκτρονικό της αποτύπωμα, θα μπορούσε να γίνει μια συναρπαστική ταινία. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, ωστόσο, δεν το πιστεύω πια. Για δύο αντικρουόμενους λόγους. Ο πρώτος είναι ότι πίσω από αυτήν την «απόδραση» που η προετοιμασία της είχε τα χαρακτηριστικά ενός θρίλερ, κρυβόταν ένα συναίσθημα που βασανίζει πάρα πολλούς ανθρώπους. Η ζωτική ανάγκη να αποδράσουν από μια πραγματικότητα που άλλοι τους έχουν επιβάλει, που τους κάνει να ασφυκτιούν, που δεν τους αφήνει το παραμικρό περιθώριο ανάσας. Πολλοί, έχω την εντύπωση οι περισσότεροι, συμβιβάζονται με την ασφάλεια που, συνήθως, τους παρέχουν τέτοιες συνθήκες. Συνηθίζουν σε αυτές τις «μη ζωές», βαλτώνουν και ίσως κάποια στιγμή αναρωτιούνται αν υπάρχει ζωή πριν απ’ τον θάνατο.
Η Λόρα ζούσε μια τέτοια «μη ζωή». Οι μαρτυρίες από τη Γερμανία λένε ότι ο πατέρας της ήταν ένας άνθρωπος κλειστός, «βαρύς», δεν είχε πολλά πολλά με τους γείτονες. Και ότι η γυναίκα του περπατούσε πάντα λίγα βήματα πίσω του. Πόσα και πόσα παιδιά δεν έχουν ζήσει τέτοιες καταστάσεις. Δεν έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλοντα που η χαρά, η εγγύτητα, τα αστεία μοιάζουν απαγορευμένα. Προχθές μου έλεγε φίλος, 40άρης και απόλυτα πετυχημένος στη δουλειά του, πως, όταν ο πατέρας του επέστρεφε στο σπίτι τους, εκείνος και τα αδέλφια του έτρεχαν να κρυφτούν κάτω από τραπέζια και κρεβάτια. «Ηταν βίαιος; Σας κακοποιούσε;» τον ρώτησα. «Οχι, καθόλου. Αλλά υπήρχε μια ατμόσφαιρα όπου το γέλιο ήταν αμαρτία». Και μετά βλέπω τις φωτογραφίες της Λόρα. Μόνο σε μια έχει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο που κι αυτό φαίνεται βιασμένο. Σε όλες τις άλλες το ύφος της είναι συνοφρυωμένο, σαν να φοβάται όχι το μέλλον, αλλά το παρόν.
Ενα παρόν δυσβάσταχτο. Ο απόλυτος οικογενειακός απομονωτισμός. Η οικογένεια ήρθε στην Ελλάδα, χωρίς να υπάρχει κάποια σχέση με τη χώρα. Η Λόρα υποχρεώθηκε να πάει σε ένα ελληνικό σχολείο χωρίς να γνωρίζει γρι τη γλώσσα και όπου δεν υπήρχε κάποια πρόβλεψη για τους ξενόγλωσσους μαθητές. Φαντάζομαι το κορίτσι με τα ελληνικά βιβλία μπροστά του, ανήμπορο να επικοινωνήσει, να εκφραστεί, να μοιραστεί τις εφηβικές της ανησυχίες, ολομόναχή της σε αυτήν την ηλικία που έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ το «στάσου πλάι μου». Ξέρω, υπάρχουν πολλά παιδιά που νιώθουν το ίδιο ακόμη και αν η γλώσσα του τόπου που μένουν είναι η μητρική τους. Από αυτή τη συνθήκη ήθελε να ξεφύγει η Λόρα. Και τα κατάφερε. Πολύ συνηθισμένη ιστορία για να έχει κινηματογραφικό ενδιαφέρον εκτός αν τη βλέπαμε στην εντελώς τσεχωφική εκδοχή της. Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος που καταργεί τις αρχές της δραματουργίας. Η δήλωση του πατέρα της όταν επιβεβαιώθηκε ότι η Λόρα είχε φτάσει στη Γερμανία. Οτι εκείνος δεν πρόκειται να την ψάξει πια, ας την αναζητήσει όποιος θέλει. Αυτή την παντελή απουσία γονικού συναισθήματος ούτε ο Τσέχοφ μπορεί να περιγράψει.







