Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εδώ και χρόνια έχει κάνει ένα συνειδητό βήμα προς τη διαφάνεια. Μέσα από την πολιτική των ανοικτών δεδομένων, κάθε πολίτης μπορεί να γνωρίζει ποια είναι η πραγματική παρουσία και η θεσμική δραστηριότητα κάθε ευρωβουλευτή. Οχι μέσα από εντυπώσεις ή φήμες, αλλά μέσα από στοιχεία.
Τα δεδομένα αυτά δεν μένουν κλειδωμένα σε συρτάρια. Αξιοποιούνται από ανεξάρτητους φορείς και δεξαμενές σκέψης και μετατρέπονται σε εργαλεία ενημέρωσης και λογοδοσίας. Ετσι, ο θεσμός του ευρωβουλευτή δεν αποδυναμώνεται. Αντίθετα, ενισχύεται, γιατί η σχέση του με τον πολίτη γίνεται πιο καθαρή και πιο ειλικρινής.
Στην Ελλάδα, όμως, δεν υπάρχει κανένα οργανωμένο και αξιόπιστο σύστημα αποτύπωσης και αξιολόγησης της κοινοβουλευτικής παρουσίας των βουλευτών. Και αυτό δημιουργεί μια προφανή αντίφαση. Το πολιτικό σύστημα ζητεί, και σωστά, αξιολόγηση στο Δημόσιο, στην Παιδεία, στην Οικονομία. Οταν όμως έρχεται η ώρα να κοιταχτεί στον καθρέφτη, διστάζει.
Η αξιολόγηση των ελλήνων βουλευτών, στα πρότυπα όσων εφαρμόζονται εδώ και χρόνια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν είναι ζήτημα ελέγχου, ούτε στοχοποίησης. Είναι ζήτημα δημοκρατικής ωριμότητας. Στο Ευρωκοινοβούλιο, ο πολίτης μπορεί να δει με σαφήνεια τη συμμετοχή ενός ευρωβουλευτή στις ψηφοφορίες, τις παρεμβάσεις του, τις εισηγήσεις του, τη δουλειά που κάνει στις επιτροπές, αλλά και τον δημόσιο λόγο του. Δεν κρίνεται η άποψη. Κρίνονται η παρουσία, η συνέπεια και η δουλειά.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο δημόσιος διάλογος για τους βουλευτές συχνά περιορίζεται σε ατάκες, τηλεοπτικά στιγμιότυπα ή γενικεύσεις. Αυτό δεν αδικεί μόνο τη Βουλή ως θεσμό. Αδικεί και εκείνους τους βουλευτές που εργάζονται σοβαρά και συστηματικά, μακριά από τα φώτα και τις εντυπώσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ενα ανοιχτό και αντικειμενικό πλαίσιο αποτύπωσης του κοινοβουλευτικού έργου, με καταγραφή παρουσιών, νομοθετικών παρεμβάσεων, ερωτήσεων, συμμετοχής στις επιτροπές και τεκμηριωμένη αποτύπωση του δημόσιου λόγου εκτός Βουλής, δεν αφαιρεί κύρος από την πολιτική. Το αντίθετο. Μετατοπίζει τη συζήτηση από το ποιος φωνάζει περισσότερο στο ποιος δουλεύει ουσιαστικά. Αν θέλουμε περισσότερη εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία, δεν αρκεί να ζητάμε αξιολόγηση μόνο από τους άλλους. Πρέπει να ξεκινήσουμε και από εμάς τους ίδιους. Με κανόνες, διαφάνεια και σεβασμό στον θεσμό.
Η αξιολόγηση των βουλευτών δεν είναι απειλή. Είναι ευκαιρία. Να αναδειχθεί η πραγματική δουλειά, να ενισχυθεί η λογοδοσία και να αποκτήσει η πολιτική ξανά περιεχόμενο. Και το σημαντικότερο. Δεν απαιτεί ούτε συνταγματική αναθεώρηση ούτε βαριές θεσμικές τομές. Μπορεί να ξεκινήσει μέσα από τον Κανονισμό της Βουλής. Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να ανοίξει σοβαρά ο διάλογος για ευρύτερες θεσμικές αλλαγές που ενισχύουν την εμπιστοσύνη απέναντι στους θεσμούς. Το Κοινοβούλιο οφείλει να δώσει πρώτο το παράδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση και πιστεύω ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει σε αυτή τη συζήτηση.
Ο Τάσος Γαϊτάνης είναι τέως βουλευτής της ΝΔ







