Η αναμόρφωση του Κληρονομικού Δικαίου συνιστά μία από τις πλέον ουσιαστικές θεσμικές παρεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών, με άμεση επίδραση στις οικογενειακές και περιουσιακές σχέσεις, αλλά και σημαντική δυναμική για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας. Πρόκειται για ένα πεδίο του Αστικού Κώδικα που παρέμενε σχεδόν αμετάβλητο για περισσότερα από ογδόντα έτη, ενώ στο μεταξύ έχουν επέλθει σημαντικές κοινωνικές, οικονομικές και δημογραφικές μεταβολές. Η ανάγκη εκσυγχρονισμού του ήταν, κατά συνέπεια, βαθιά κοινωνική και οικονομική. Το Κληρονομικό Δίκαιο επηρεάζει άμεσα την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας, τη δυνατότητα ενεργοποίησης σημαντικού αριθμού αδρανών περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τη ρευστότητα της αγοράς. Με τις νέες ρυθμίσεις διαμορφώνεται ένα σύγχρονο, λειτουργικό και ασφαλές πλαίσιο, το οποίο ενισχύει την ελευθερία του διαθέτη, διασφαλίζει την πραγματική του βούληση, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τις συγκρούσεις και τις δικαστικές αντιδικίες που, επί δεκαετίες, λειτουργούσαν ανασταλτικά για την αξιοποίηση της κληρονομιαίας περιουσίας.
Ιδιαίτερη σημασία φέρουν οι αλλαγές στο πεδίο των διαθηκών, όπου αντιμετωπίζονται χρόνιες παθογένειες που δημιουργούσαν ανασφάλεια δικαίου και ευνοούσαν καταχρηστικές πρακτικές. Η ευελιξία που εισάγεται, σε συνδυασμό με αυξημένες δικλίδες ασφαλείας, επιτρέπει τη σαφέστερη αποτύπωση της βούλησης του διαθέτη, χωρίς να υπονομεύεται η προστασία των δικαιούχων. Με αυτόν τον τρόπο το σύστημα καθίσταται πιο αξιόπιστο, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Καθοριστική για τη δυναμική της μεταρρύθμισης είναι η αναμόρφωση του θεσμού της νόμιμης μοίρας. Η μετατροπή της από εμπράγματο δικαίωμα σε ενοχική και καταρχήν χρηματική αξίωση αίρει ένα από τα βασικότερα εμπόδια στην ορθολογική αξιοποίηση της περιουσίας. Αποφεύγονται οι ακούσιες συνιδιοκτησίες, περιορίζεται ο κατακερματισμός ακινήτων και επιχειρήσεων, ενώ δημιουργούνται προϋποθέσεις για την επωφελέστερη αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων. Ταυτόχρονα, η νόμιμη μοίρα παραμένει προστατευμένη, αφενός με την εισαγωγή νέου γενικού προνομίου στην αναγκαστική εκτέλεση και αφετέρου με την παροχή στον μεριδούχο νομίμου τίτλου προς εγγραφή υποθήκης επί ακινήτων της κληρονομίας.
Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η εισαγωγή, για πρώτη φορά, των κληρονομικών συμβάσεων αιτία θανάτου. Η ρύθμιση αυτή επιτρέπει την ορθολογική και έγκαιρη οργάνωση των μεταθανάτιων περιουσιακών σχέσεων, συμβάλλοντας στην αποφυγή οικογενειακών προστριβών, στον περιορισμό του κατακερματισμού περιουσιακών μονάδων και στη μείωση των δικαστικών αντιδικιών. Η δυνατότητα αυτή είναι κρίσιμη, ιδίως για τις οικογενειακές επιχειρήσεις και τις παραγωγικές δραστηριότητες, όπου η έλλειψη σαφούς πλαισίου διαδοχής οδηγούσε συχνά σε συγκρούσεις, απαξίωση περιουσίας ή ακόμη και σε παύση λειτουργίας. Με το νέο πλαίσιο, ενισχύεται η ασφάλεια των συναλλαγών, διασφαλίζεται η συνέχεια της επιχειρηματικής δραστηριότητας και ενθαρρύνονται οι επενδύσεις με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Παράλληλα, οι νέες ρυθμίσεις για τις σχέσεις περισσότερων κληρονόμων προβλέπουν το δικαίωμα κάθε συγκληρονόμου να ζητήσει από το δικαστήριο την εξαγορά των αντικειμένων της κληρονομίας άλλου συγκληρονόμου έναντι τιμήματος. Η ρύθμιση αυτή παρέχει μια ουσιαστική εναλλακτική λύση αντί της αναγκαστικής πώλησης με πλειστηριασμό, η οποία συχνά οδηγεί σε απώλεια αξίας. Με αυτόν τον τρόπο διατηρείται η αξία της περιουσίας, ενισχύεται η σταθερότητα της αγοράς ακινήτων και περιορίζονται φαινόμενα απαξίωσης που επηρεάζουν ευρύτερα την οικονομία.
Η μεταρρύθμιση με τη μεγαλύτερη ίσως επίδραση στην οικονομία αφορά τον διαχωρισμό της κληρονομικής περιουσίας από την ατομική περιουσία του κληρονόμου. Με το νέο πλαίσιο, θεσπίζεται ο απόλυτος διαχωρισμός, σύμφωνα με τον οποίο τα χρέη εξοφλούνται αποκλειστικά από την κληρονομία και δεν επιβαρύνουν την ατομική περιουσία του κληρονόμου. Η ρύθμιση αυτή αποτυπώνει έμπρακτα τη δυναμική των διατάξεων στην καθημερινή ζωή, καθώς αναμένεται να επιφέρει μείωση αποποιήσεων και επανένταξη μεγάλου όγκου περιουσίας στην οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, ενισχύονται η ρευστότητα του κληρονόμου και η εμπορευσιμότητα των ακινήτων, αυξάνεται η παραγωγικότητα και σταθεροποιείται η αγορά, μέσω της ενεργοποίησης αδρανών περιουσιών, ενώ ενισχύονται τα δημόσια έσοδα από μεταβιβάσεις και επενδύσεις.
Η αναμόρφωση του Κληρονομικού Δικαίου δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη θεμελιώδη συμβολή της ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής υπό την προεδρία του κ. Απόστολου Γεωργιάδη, ομότιμου και επίτιμου καθηγητή Αστικού Δικαίου, η οποία συγκροτήθηκε αποκλειστικά προς τον σκοπό αυτό. Η επιτροπή εργάστηκε με συνέπεια, αφοσίωση και υψηλό αίσθημα ευθύνης επί έναν ολόκληρο χρόνο για τη σύνταξη του σχεδίου νόμου. Ακολούθησε εκτενής διάλογος με τους αρμόδιους φορείς, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν συνολικά θετικά, διατυπώνοντας παρατηρήσεις κυρίως βελτιωτικού και συμπληρωματικού χαρακτήρα, προκειμένου σύντομα να τεθεί το νομοσχέδιο σε δημόσια διαβούλευση. Το νέο Κληρονομικό Δίκαιο αποτελεί μια ουσιαστική μεταρρύθμιση με ισχυρό κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα. Ενισχύει την ελευθερία του διαθέτη, προστατεύει ουσιαστικά τους μεριδούχους, μειώνει τις δικαστικές αντιδικίες και δημιουργεί προϋποθέσεις για την ορθολογική αξιοποίηση της περιουσίας. Πρόκειται για ένα σύγχρονο, συνεκτικό και λειτουργικό πλαίσιο, που μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης και προοπτικής για την επιχειρηματικότητα, την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τη συνολική οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας.
Ο Ιωάννης Δ. Μπούγας είναι υφυπουργός Δικαιοσύνης, βουλευτής Φωκίδας







