Μία δεκαετία μετά την πρεμιέρα στο BBC του πρώτου κύκλου της σειράς «The Night Manager» που έφερε το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρέ («Νυχτερινή Βάρδια» στα ελληνικά) στη μικρή οθόνη, o ατάραχος γοητευτικός πρωταγωνιστής του επέστρεψε για έναν δεύτερο κύκλο (από τις 11 Ιανουαρίου στην πλατφόρμα του Amazon Prime Video). Με τον κριτικό του «Economist» να κάνει λόγο για μια «μελέτη χαρακτήρων», καθώς και για μια άτυπη έρευνα για το πώς φτιάχνεται μια σειρά που «σαγηνεύει και αντέχει στον χρόνο», παρόλο που το σενάριο του δεύτερου κύκλου δεν γράφτηκε από τον Λε Καρέ, αλλά συνεχίζει στα δικά του πατήματα.
Παράλληλα, η Βιβλιοθήκη της Οξφόρδης φιλοξενεί μία έκθεση από το αρχείο του Λε Καρέ προβάλλοντας τον τρόπο που συνέθετε και δημιουργούσε τους χαρακτήρες του. Ενώ το πρώιμο και εμπορικά επιτυχημένο «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», γραμμένο το 1963, όταν εργαζόταν στην Πρεσβεία της Βρετανίας στη Βόννη, τυπικά ως γραμματέας και στην πραγματικότητα ως κατάσκοπος της MI6, παρουσιάζεται ως θεατρικό ανέβασμα στο Λονδίνο, αλλά και σε τηλεοπτική προσαρμογή με πρωταγωνιστή τον Μάθιου Μακ Φέιντεν.
Γιος ενός απατεώνα
Στην έκθεση για τον «τεχνίτη» Λε Καρέ, υπάρχει μια φωτογραφία του να γράφει το χειρόγραφο του «Κατασκόπου» σε έναν κήπο στο Αμβούργο, αναφέρει το άρθρο του δημοσιογράφου Φιλ Τίλμαν στο «New Statesman». Ημίγυμνος κάθεται σε ένα τραπέζι, με τα μαλλιά του τόσο τακτοποιημένα σαν να πηγαίνει σε γάμο. Αλλά τότε ήξερε πώς να παίζει τον ρόλο του, δημιουργώντας την περσόνα του εκτοπισμένου πληροφοριοδότη που τον έκανε τον μεγάλο βραβευμένο συγγραφέα της Βρετανίας για τον Ψυχρό Πόλεμο. Το πραγματικό όνομα του Λε Καρέ ήταν Ντέιβιντ Κόρνγουελ. Γιος ενός απατεώνα που βρήκε τον δρόμο του, μέσω του Sherborne School και της Οξφόρδης, αποκτώντας έναν ρόλο στο κατεστημένο ως νεαρός διπλωμάτης και αξιωματικός πληροφοριών στη Δυτική Γερμανία. Και με αυτή την ιδιότητα πήγε να δει το Τείχος καθώς χτιζόταν. Ηταν «τέλειο θέατρο», έγραψε αργότερα: η σκηνή στην οποία η καπιταλιστική Δύση και ο κομμουνιστικός ανατολικός κόσμος κάθε μέρα θα αντιπαρατίθεντο.
Η διασκευή του θεατρικού «Κατασκόπου που γύρισε από το κρύο» στο λονδρέζικο @sohoplace είναι του συγγραφέα Ντέιβιντ Ελντριτζ. Ο οποίος άρχισε να σκέφτεται τη θεατρική μεταφορά στα τέλη του καλοκαιριού του 2018, αφού η Ρωσία είχε εισβάλει στην Κριμαία, ενώ αυξάνονταν οι εντάσεις ανάμεσα στην Κίνα του Σι και την Αμερική του Τραμπ. «Μέρος της γλώσσας του Ψυχρού Πολέμου στο μυθιστόρημα του Λε Καρέ άρχισε να μοιάζει ανησυχητικά προφητική» αναφέρει στο «New Statesman». Και ο συγγραφέας του άρθρου, Φιλ Τίνλαν, σημειώνει στις εντυπώσεις του από την παράσταση: «Καθώς βλέπεις τους ηθοποιούς να ζωντανεύουν την τραγωδία από τον αρχικό Ψυχρό Πόλεμο, η σημερινή εκδοχή του κόσμου σαν φάρσα αιωρείται στο πίσω μέρος του μυαλού σου. Οταν ο Λίμας, τον οποίο υποδύεται ο Ρόρι Κίναν, κατακεραυνώνει τους “φαφλατάδες” αμερικανούς προστάτες της Βρετανίας, σκέφτεσαι: τουλάχιστον δεν είναι κολλητοί με τη Μόσχα. Οταν όμως καταγγέλλει τους αποφοίτους των ιδιωτικών σχολείων που εξακολουθούν να φέρονται “λες και ακόμη κουμαντάρουν τα πάντα”, αυτό ακούγεται απολύτως σημερινό. Το ίδιο και η αίσθηση μιας άλλοτε αυτάρεσκης χώρας σε παρακμή». Το τοπίο του Ψυχρού Πολέμου μοιάζει να ανήκει όντως στο παρελθόν. Οι θεματικές του έργου, ωστόσο, όπως η αλήθεια που χειραγωγείται και ο ηθικός συμβιβασμός, παραμένουν επίκαιρες. Οι «μάχες» σήμερα μπορεί να μην πραγματοποιούνται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, αλλά η «μόνιμη ηθική αβεβαιότητα» που περιγράφει ο Λε Καρέ είναι αντανάκλαση των σύγχρονων αντιπαραθέσεων και των ψευδών ειδήσεων.
Τα fake news και η μετα-αλήθεια
Από την άλλη, η μορφή του κατασκόπου μοιάζει λιγότερο κεντρική στο δράμα των σύγχρονων μεγάλων δυνάμεων. Και δεν υπάρχει πια το τέλειο σκηνικό σαν το Τείχος του Βερολίνου. Αντί γι’ αυτό, το έργο στρέφει την προσοχή στο μόνιμο ηθικό δίλημμα: είμαστε διατεθειμένοι να παίξουμε άσχημο παιχνίδι για να νικήσουμε κακούς εχθρούς; Εκτός από το ότι παρουσιάζει τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες εξίσου επιδέξιες σε αυτά τα παιχνίδια με τους σταλινικούς της εποχής του, το έργο του Λε Καρέ μοιάζει να ρίχνει πλαγίως στην Αμερική για την αντικομμουνιστική της υστερία αποτυπώνοντας τη δική μας έρημο με τους καθρέφτες, τα fake news και τη μετα-αλήθεια, μέσα από την οποία όλοι προσπαθούμε να βρούμε δρόμο.
Ο δημιουργός του «Κατασκόπου», στο άρθρο του όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου (από «ΤΑ ΝΕΑ», 2/12/1989) υποστήριζε πως η πραγματική συγκίνηση θα βρίσκεται πάντα στην αλληλεπίδραση της πραγματικότητας και της αυταπάτης: «Προσωπικά, δεν αμφέβαλα ποτέ πως οι ΗΠΑ και η Βρετανία θα υποφέρουν πολύ για να απαλλαγούν από τον εθισμό του Ψυχρού Πολέμου και θα χρειαστούν πολλή μεθαδόνη και τρυφερή φροντίδα για να τα καταφέρουν»
Η μαστοριά του συγγραφέα
Η έκθεση «John le Carré: Tradecraft» στη Βιβλιοθήκη της Οξφόρδης αντλεί το υλικό της από το αρχείο του Λε Καρέ το οποίο μετά τον θάνατό του εκχωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, για να μη σκορπίσει και διαλυθεί η συνοχή του. Ο τίτλος της έκθεσης παίζει με τον όρο «tradecraft», τον οποίο χρησιμοποιούσε για να περιγράψει τις τεχνικές της κατασκοπείας, αλλά ο οποίος, σύμφωνα με τους επιμελητές, θα μπορούσε επίσης να αναφέρεται στη δική του μαστοριά ως συγγραφέα και κοινωνικού σχολιαστή.
Στην έκθεση αυτή η αυστηρή προσήλωση του Λε Καρέ στην έρευνα θα αποκαλύψει τη στενή συνεργασία του με φορείς των μυστικών υπηρεσιών, πληροφοριοδότες από το εσωτερικό εταιρικών επιχειρήσεων και ανθρωπιστές. Επίσης θα τονίσει την αφοσίωσή του στην αποκάλυψη της διαφθοράς, όπως τις ανήθικες πρακτικές της φαρμακευτικής βιομηχανίας.
Ο Λε Καρέ εργάστηκε ως διπλωμάτης και μυστικός πράκτορας για την MI5 και την MI6 πριν το όνομά του αποκαλυφθεί στους Ρώσους από τον προδότη Κιμ Φίλμπι, ο οποίος ενέπνευσε τον χαρακτήρα του σοβιετικού χαφιέ που διείσδυσε στις υψηλότερες βαθμίδες της Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στο «Tinker Tailor Soldier Spy». Ενώ ο Λε Καρέ ανέβασε το κατασκοπευτικό μυθιστόρημα σε υψηλή τέχνη, δημιουργώντας έναν ισχυρό αντίποδα στον λαμπερό Τζέιμς Μποντ του Ιαν Φλέμινγκ, η έκθεση στην οξφορδιανή Βιβλιοθήκη Μπόντλιαν πρόκειται να τον προβάλει κυρίως ως συγγραφέα ο οποίος είχε εργαστεί ως κατάσκοπος – δηλαδή όπως ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του – και όχι ως κατάσκοπο που έγινε συγγραφέας.
Ετσι φαίνεται με ποιους τρόπους συγκέντρωσε πληροφορίες, σχεδίασε ιστορίες και ανέπτυξε εμβληματικούς χαρακτήρες, όπως ο Σμάιλι και ο ομόλογός του Κάρλα, ο πανούργος κατάσκοπος της KGB.







