Η τελετή υποδοχής της φρεγάτας «Κίμων», με τον τρόπο που έγινε, ήταν ένας καθρέφτης όπου αντανακλάστηκε όχι τόσο η ισχύς του Πολεμικού Ναυτικού, όσο η (διαχρονική) σχέση μας με την έννοια της ισχύος.
Σε μία περίοδο έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας, η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας είναι αναγκαία. Η άφιξη ενός σύγχρονου πολεμικού πλοίου είναι, αναμφίβολα, ένα σημαντικό γεγονός. Μία λιτή, θεσμική υποδοχή θα ήταν απολύτως εύλογη. Ομως, άλλο πράγμα η θεσμική σοβαρότητα και άλλο η σκηνοθετημένη αυτοεπιβεβαίωση.
Η μισάωρη ζωντανή κάλυψη από τη δημόσια τηλεόραση μετέτρεψε μία κρατική πράξη σε εθνικό θέαμα. Η κάμερα δεν κατέγραψε απλώς το γεγονός. Το παρήγαγε.
Γεννάται ένα απλό, μα κρίσιμο ερώτημα: σε ποιον απευθυνόταν αυτή η εικόνα;
Σίγουρα όχι στους πραγματικούς αποδέκτες της αποτροπής. Οι αντίπαλοι γνωρίζουν πότε ένα πλοίο είναι επιχειρησιακά ώριμο και πότε βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της ένταξης. Επιπλέον, κάθε σοβαρή χώρα γνωρίζει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν εκπέμπεται με τηλεοπτικά πλάνα, αλλά με εκπαίδευση, διακλαδικότητα και στρατηγική συνέπεια. Η αποτροπή δεν χρειάζεται χειροκρότημα. Η ισχύς δεν χρειάζεται σκηνικά για να γίνει πιστευτή.
Το μήνυμα, επομένως, δεν απευθυνόταν προς «τα έξω». Απευθυνόταν «προς τα μέσα».
Σε μία κοινωνία κουρασμένη, έντονα δύσπιστη προς τους θεσμούς, οικονομικά συμπιεσμένη και ανασφαλή, τέτοιες εικόνες λειτουργούν καθησυχαστικά. Δημιουργούν μία αίσθηση ασφάλειας, την εντύπωση ότι «κάτι γίνεται», ότι «η χώρα προχωρά». Δεν θέτουν ερωτήματα, δεν απαιτούν απαντήσεις. Υποκαθιστούν τον διάλογο με τη συγκίνηση.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: στην έλλειψη βάθους. Δεν συζητάμε για το πώς εντάσσεται ένα πολεμικό πλοίο σε ένα ευρύτερο σύστημα άμυνας και συμμαχιών. Για το στρατηγικό αμυντικό δόγμα που υπηρετεί. Για συνέργειες και διακλαδικότητα. Για το κόστος, τη συντήρηση, την ελληνική βιομηχανική συμμετοχή. Συζητάμε για το πλάνο, το τηλεοπτικό στιγμιότυπο. Τα εξοπλιστικά προγράμματα μετατρέπονται σε πανηγύρια και η πολιτική λογοδοσία καταπίπτει σε τελετουργία.
Δεν είναι η πρώτη ούτε, δυστυχώς, η μοναδική φορά που συμβαίνει αυτό. Λίγα χρόνια πριν από την (ελεγχόμενη) χρεοκοπία του 2010, για παράδειγμα, κυριαρχούσε το αφήγημα της «ισχυρής Ελλάδας» και της «θωρακισμένης οικονομίας». Η εικόνα που φιλοτεχνούνταν ήταν πειστική, η γλώσσα που χρησιμοποιούνταν καθησυχαστική, τα στατιστικά που παρουσιάζονταν επιλεγμένα. Ελειπε, όμως, το βάθος. Οταν η πραγματικότητα δοκίμασε το αφήγημα, αυτό κατέρρευσε εκκωφαντικά – παρασύροντας μαζί του πολύ περισσότερα από αριθμούς.
Το πρόβλημα τότε δεν ήταν ούτε οι καλές προθέσεις, ούτε η ευγενής φιλοδοξία. Ηταν η σύγχυση ανάμεσα στην ουσία της ισχύος και στην εικόνα της. Ανάμεσα στη στρατηγική και στο αφήγημα.
Θα περίμενε κανείς ότι η εμπειρία θα είχε αφήσει ίχνη ωριμότητας. Ομως, ακριβώς αυτό το αντανακλαστικό ξαναφάνηκε στην υποδοχή της φρεγάτας «Κίμων». Οχι επειδή το πλοίο δεν είναι σημαντικό, αλλά επειδή παρουσιάστηκε ως αυτοτελής επιβεβαίωση εθνικής επάρκειας, χωρίς σοβαρή συζήτηση για το πώς εντάσσεται σε ένα συνολικό δόγμα άμυνας.
Η φρεγάτα «Κίμων» είναι πολύτιμο εργαλείο για την εθνική άμυνα. Αλλά η άμυνα μιας χώρας δεν ενισχύεται όταν γίνεται τηλεοπτικό γεγονός. Ενισχύεται όταν συνοδεύεται από σοβαρό δημόσιο διάλογο, πολιτική επάρκεια και εθνική αυτοπεποίθηση.
Τα σοβαρά κράτη δεν χρειάζονται φιέστες για να πείσουν «εαυτούς και αλλήλους» ότι είναι σοβαρά. Χρειάζονται στρατηγικό βάθος, αυτογνωσία και μνήμη.
Και η μνήμη, ειδικά σε αυτή τη χώρα, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση επιβίωσης.







