Σε μια περίοδο απότομης ανόδου του αντισημιτισμού παγκοσμίως, η δεύτερη γενιά των Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα αναζητεί κρυμμένα οικογενειακά μυστικά, ανασύρει αθέατα αρχεία και προσθέτει νέες σελίδες στην Ιστορία δημιουργώντας μια νέα εκδοτική τάση με την κυκλοφορία αναθεωρημένων και συμπληρωμένων απομνημονευμάτων. Δύο τέτοιες περιπτώσεις είναι η βιογραφία του Μάικλ Μόριτζ «Ausländer: Μια οικογενειακή ιστορία διαφυγής και ξεριζωμού» και το ντοκιμαντέρ της Μαρίσα Φοξ «My Underground Mother».
Το 2006 ο επενδυτής επιχειρηματικών κεφαλαίων με περιουσία 4,4 δισ. στερλινών και φιλάνθρωπος Μάικλ Μόριτζ διαγνώστηκε με μια σπάνια μορφή καρκίνου του αίματος, που δεν συναντάται συχνά στον γενικό πληθυσμό, αλλά κυρίως σε ασκεναζίτες. Το γεγονός αυτό τον οδήγησε σε βαθύτερες σκέψεις γύρω από τον τρόπο με τον οποίο οι αντιλήψεις περί «μολυσμένου» ή «ακάθαρτου» εβραϊκού αίματος έχουν εργαλειοποιηθεί ανά τους αιώνες για να δικαιολογήσουν διαδοχικά κύματα βίαιου αντισημιτισμού. Και 20 χρόνια αργότερα, στα 71 του, συνέγραψε το βιβλίο «Ausländer» (εκδ. Profile) που τοποθετείται σήμερα στα ράφια.
Στο «Ausländer» – στα γερμανικά σημαίνει «ξένος» – ο Μόριτζ πλέκει τις δικές του αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια στο μεταπολεμικό Κάρντιφ με την έρευνά του γύρω από τη ζωή των γονιών και των παππούδων του στη ναζιστική Γερμανία. Ο πατέρας του, Αλφρεντ, είχε καταφέρει να διαφύγει το 1937, σε εφηβική ηλικία, ενώ η μητέρα του, Ντόρις, ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα. Κανείς από τους δύο δεν μίλησε ποτέ για τη φρίκη που είχε αντικρίσει ή για τους ανθρώπους που έμειναν πίσω. Ετσι, όταν η Ντόρις πέθανε το 2019, αφήνοντας ένα κρυφό αρχείο επιστολών, φωτογραφιών, βιβλιαρίων ταχυδρομείου και ετικετών αποσκευών, ο Μόριτζ το χρησιμοποίησε ως αφετηρία για την έρευνά του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον δείχνει για την ιστορία των παππούδων του από την πλευρά του πατέρα του, του Μαξ και της Μίνι, των οποίων τα ίχνη χάνονται στις 4 Απριλίου 1942, την ημέρα που επιβιβάστηκαν σε τρένο με προορισμό την Πολωνία. Στον ναζιστικό κατάλογο εμφανίζονται ως «Β 102» και «B 16». Ο Μόριτζ πιστεύει ότι ο Μαξ δεν διέφυγε στη Βρετανία, ενώ αποδεδειγμένα μπορούσε, ίσως επειδή πίστευε πως το άψογο παρελθόν του ως «καλού Εβραίου» – είχε τιμηθεί με Σιδηρούν Σταυρό για ανδρεία και είχε υπηρετήσει ως μεσαίου βαθμού δικαστής – θα τον προστάτευε. Ο Μόριτζ δεν γνωρίζει αν ο Μαξ και η Μίνι πέθαναν μέσα στο τρένο ή αν οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων.
Οι παππούδες του από την πλευρά της μητέρας του, ο Σάλι και η Λουίζ Ρατ, στάθηκαν λίγο πιο διορατικοί – ή ίσως απλώς πιο τυχεροί. Μετά τη Νύχτα των Κρυστάλλων έστειλαν τις κόρες τους στη Βρετανία και λίγο αργότερα τις ακολούθησαν και εγκαταστάθηκαν στο Κέιμπριτζ. Οσο για τους υπόλοιπους συγγενείς, οι περισσότεροι δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, ενώ κάποιοι άλλοι έθεσαν τέλος στη ζωή τους προληπτικά.
Πέρα από τα γεγονότα, ο Μόριτζ δείχνει πώς η «απόγνωση» κληρονομείται από γενιά σε γενιά, φτάνοντας ακόμη και σε εκείνους που δεν πάτησαν ποτέ το πόδι τους στη ναζιστική Γερμανία. Και μέσα στο γενικότερο κλίμα αντισημιτισμού ο συγγραφέας υπέβαλε πρόσφατα αίτηση για γερμανική υπηκοότητα καθώς πιστεύει ότι εκεί είναι πιο ισχυρά τα διδάγματα του Ολοκαυτώματος.
Σεξουαλικά εγκλήματα
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η δημοσιογράφος Μαρίσα Φοξ μεγάλωσε με τις ιστορίες που της έλεγε η μητέρα της, σύμφωνα με τις οποίες διέφυγε από την Πολωνία πριν από τον πόλεμο και ήταν μέλος μιας παράνομης εβραϊκής οργάνωσης στην Παλαιστίνη που δρούσε ενάντια στον βρετανικό στρατό. Γρήγορα εντόπισε αντιφάσεις σε αυτές τις διηγήσεις και ως τον θάνατο της μητέρας της το 1993 δεν πήρε ξεκάθαρες απαντήσεις. Μια φράση που άκουσε από μια θεία της με άνοια πυροδότησε τη 15χρονη έρευνά της από τη Σουηδία έως την Αυστραλία, που είχε ως αποτέλεσμα το ντοκιμαντέρ «My Underground Mother», το οποίο έκανε πρεμιέρα τη Δευτέρα στο Εβραϊκό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης.
Η Φοξ ανακάλυψε ότι η μητέρα της είχε δηλώσει ψεύτικο όνομα και ηλικία και, κυρίως, ότι είχε ζήσει σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στη Γερμανία καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Η βιολογική της μητέρα στάλθηκε στο Αουσβιτς, ενώ η ίδια και εκατοντάδες άλλες έφηβες οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Γκάμπερσντορφ, όπου εξαναγκάζονταν σε εξαντλητική εργασία υπό άθλιες συνθήκες και σε σεξουαλικές επαφές με βρετανούς αιχμαλώτους που διέθεταν τρόφιμα και σοκολάτες στην αρχή του πολέμου. Από το 1943 και εξής, όταν ο πλήρης έλεγχος του στρατοπέδου πέρασε στις δυνάμεις των SS, ορισμένα από τα κορίτσια στάλθηκαν ως σεξουαλικές σκλάβες σε στρατιώτες των Ναζί κι άλλα βιάστηκαν εντός του στρατοπέδου.
Δεν υπήρξε επίσημη καταγραφή των σεξουαλικών εγκλημάτων από τους Ναζί, παρά την πληθώρα άλλων λεπτομερών εγγράφων που άφησαν πίσω τους – μία παράλειψη που, σύμφωνα με τη Φοξ, σχετίζεται με διάταξη που απαγόρευε σε μη Εβραίους να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με Εβραίους, καθώς θεωρούνταν «φυλετική βεβήλωση».
Ολη αυτή η εμπειρία ώθησε τη μητέρα της Φοξ, όταν τελικά έφτασε στην Παλαιστίνη, να θέλει να επανεφεύρει τον εαυτό της – και εντάχθηκε σε μια επαναστατική ομάδα που αργότερα συνέβαλε στη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ. Οταν ο σκοπός επετεύχθη, όμως, οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος συχνά αντιμετωπίζονταν με καχυποψία ή περιφρόνηση, θεωρούμενοι ως «κατεστραμμένες ψυχές». Γι’ αυτό η μητέρα της Φοξ μετανάστευσε στις ΗΠΑ, άλλαξε όνομα και παντρεύτηκε χωρίς να αναφέρει ποτέ λέξη για όσα έζησε στο στρατόπεδο. «Εφτιαξα αυτή την ταινία για να μην αισθάνονται ενοχές οι γυναίκες που επιβίωσαν από αυτές τις φρικτές εμπειρίες κατά τη διάρκεια του πολέμου», λέει η Φοξ μιλώντας στην εφημερίδα «Guardian». «Η ντροπή ανήκει στους άνδρες που έκαναν αυτές τις πράξεις».
- Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: Ο Κασεμίρο ανακοίνωσε την αποχώρηση του από την αγγλική ομάδα στο τέλος της σεζόν
- Παρέμβαση Μώραλη και Δήμου Πειραιά στο κτήριο που κατέρρευσε στην Καστέλλα
- Μητσοτάκης: «Ναι» στο Συμβούλιο Ειρήνης αλλά μόνο για τη Γάζα – Ενωμένη η Ευρώπη στο πλευρό της Δανίας και της Γροιλανδίας







