Παρακολουθώντας τις τελευταίες μέρες στο Ertflix την εξαιρετική σειρά αστυνομικού μυστηρίου «Petra», ο υπογράφων έπαθε ένα μικρό «κόλλημα» με τη Γένοβα. Παρά το ότι έχω επισκεφθεί αρκετές φορές την Ιταλία, λόγω μιας παραξενιάς από εκείνες που δεν έχουν ούτε βάση ούτε λογική, η Γένοβα έδειχνε να μην αποτελεί έναν προορισμό ανάλογης αξίας με τις υπόλοιπες μεσαιωνικές και αναγεννησιακές πολιτείες, παρότι εκκρεμούσε ένα προσκύνημα στην Piazza Matteotti, εκεί που τον Σεπτέμβρη του 1970 έδωσε τη ζωή του για τη δημοκρατία ο κερκυραίος φοιτητής Κώστας Γεωργάκης, πυρπολώντας το ίδιο του κορμί… Κακώς βέβαια, πολύ κακώς, μια και η πανέμορφη αυτή, πάλαι ποτέ κραταιά δύναμη και ανταγωνίστρια της Βενετίας και του Βυζαντίου για τον έλεγχο των θαλασσών της Μεσογείου, φυσικά και δεν (θα μπορούσε να) στερείται γοητείας και αρχιτεκτονικών θησαυρών.
Απογοητευμένος από τα αφιερώματα του Διαδικτύου που ανακυκλώνουν τις ίδιες τουριστικού ενδιαφέροντος πληροφορίες, ανέτρεξα στο βιβλίο Ιταλία του μεγάλου λογοτέχνη μας Κώστα Ουράνη. Συλλογή κειμένων που δημοσιεύτηκαν το 1929 σε αθηναϊκές εφημερίδες, οι ταξιδιωτικές αυτές αναμνήσεις κυκλοφόρησαν ως βιβλίο λίγο μετά τον θάνατο του συγγραφέα τους το 1953. Το κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στη Γένοβα καταλήγει σε μια ωραία περιγραφή του Palazzo που ανήκε στον μεγάλο στρατιωτικό ηγέτη της πόλης, Andrea Doria (1466-1560), κτιρίου καθηλωμένου στα χρόνια του Μεσοπολέμου, οπότε και το κείμενο γράφτηκε, σε γοητευτική εγκατάλειψη. Εκεί ο Ουράνης περιγράφει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια το πορτρέτο του γενουάτη ναυάρχου. Εχει νόημα να μεταφέρουμε αυτολεξεί την περιγραφή του: «Από αίθουσα σε αίθουσα […] έφθασα σε ένα μικρό δωμάτιο. Εκεί με περίμενε μια δυνατή συγκίνηση. Στον τοίχο είλκυε το βλέμμα μου ένα μεγάλο πορτραίτο του Τιτσιάνου που παρίστανε τον Ανδρέα Ντόρια στα τέλη της ζωής του. Στο πορτραίτο αυτό ο μεγάλος Βενετσιάνος ζωγράφος είχε αφήσει τη συνηθισμένη πολυτέλεια των χρωμάτων του, για να δημιουργήσει με τόνους μουντούς μιαν ατμόσφαιρα εσωτερικότητας που μιλάει δυνατά στην ψυχή. Ο Ανδρέας Ντόρια είναι εικονισμένος καθιστός σε μια πολυθρόνα, με τους ώμους σκυφτούς, με μιαν έκφραση ρεμβασμού. Απέναντί του, πάνω σ’ ένα τραπέζι, στο ίδιο το ύψος του προσώπου του, ένας γάτος, καθισμένος σε μια στάση σφιγγός, τον κοιτάζει παράδοξα. Ο γάτος αυτός με την αινιγματική του έκφραση δημιουργεί στην εικόνα μιαν ατμόσφαιρα ανησυχαστική και δίνει μιαν άπειρη προέκταση στη βαθύτητα του ρεμβασμού του γέρου Γενοβέζου πατρικίου…».
Εψαξα στο Διαδίκτυο να βρω τον παραπάνω πίνακα παρασυρμένος από την όμορφη περιγραφή του Ουράνη και παραδόξως δεν τα κατάφερα. Χρησιμοποιώντας σε ελληνικά, αγγλικά και ιταλικά συνδυαστικά τις λέξεις «Ντόρια, Τιτσιάνο και γάτος» το αποτέλεσμα της αναζήτησης δεν οδηγούσε πουθενά. Αρχισα να αφαιρώ λέξεις από την αναζήτηση και τότε κατάλαβα το γιατί. Ο πίνακας υπάρχει και όντως διακρίνεται για την εσωτερικότητα του εικονιζόμενου, δεν είναι όμως του Τιτσιάνο αλλά του ολλανδού ζωγράφου Willem Key (1516-1568) ο οποίος αποτύπωσε με μοναδικό τρόπο την ιδιαίτερη «συνομιλία» του γενοβέζου ηγέτη με τον γάτο του, στον οποίο μάλιστα είχε δώσει το όνομα του μεγάλου αντιπάλου του και διάσημου οθωμανού κουρσάρου Dragut (στην τουρκική: Turgut Reis).
Ελεγε συνειδητά ψέματα ο Ουράνης όταν απέδιδε στον Τιτσιάνο τον πίνακα του Key; Οχι. Μήπως επρόκειτο για κάποια τυπογραφική-εκδοτική αβλεψία; Σε καμία περίπτωση, αφού μάλιστα ο συγγραφέας αναγνωρίζει, όπως είδαμε, ότι το ύφος του πίνακα απέχει από το σύνηθες του Τιτσιάνο αποδίδοντας την απόκλιση αυτή σε επιλογή του βενετσιάνου ζωγράφου. Προχωρεί με άλλα λόγια σε μια ερμηνεία αποδεχόμενος ολοκληρωτικά τη λάθος πληροφορία που προσφέρει στον αναγνώστη. Τι μπορεί να συνέβη; Κανείς δεν ξέρει και δεν έχει φυσικά σήμερα καμία σημασία. Το πιο πιθανό είναι κάποιος, κάπου, κάποτε, ίσως και σε εκείνη την επίσκεψη στη Γένοβα, να τον πληροφόρησε, με τη γνωστή βεβαιότητα που πείθει και τον πλέον δύσπιστο, ότι το πορτρέτο που και σήμερα βρίσκεται στο Palazzo del Principe είναι έργο του κορυφαίου αυτού ζωγράφου της ιταλικής Αναγέννησης. Σε μια εποχή που δεν υπήρχε Διαδίκτυο και η διασταύρωση της πληροφορίας ήταν άθλος, δεν ήταν δύσκολο να ανακυκλωθεί το λάθος.
ΑΣ ΚΡΑΤΑΜΕ ΜΙΑ «ΠΙΣΙΝΗ». Ας έχουμε κατά νου τη μικρή αυτή ιστορία όταν παραμένουμε προσκολλημένοι σε ό,τι ελαφρά τη καρδία ανακυκλώνεται ως βεβαιότητα στη δημόσια σφαίρα. Και ας σκεφτούμε επιπλέον ότι για εξελίξεις που έλαβαν χώρα σχετικά πρόσφατα, μόλις δέκα, είκοσι χρόνια πριν, και για τα οποία η διαθέσιμη πληροφορία είναι άφθονη, είναι ανέφικτο να έχουμε συνολική και στέρεη εικόνα. Κανείς ουσιαστικά δεν γνωρίζει τι συνέβη με τις παρακολουθήσεις του δικτύου κινητής τηλεφωνίας, ουδείς μπορεί να βάλει το χέρι του στη φωτιά για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, αμφιβάλλω αν κάποιος έχει ρεαλιστική εκτίμηση για το αν και πόσο οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 επιβάρυναν την πορεία προς τον οικονομικό εκτροχιασμό. Παρ’ όλα αυτά έχουμε πλήρη βεβαιότητα ότι ο Καραϊσκάκης απάντησε στον Μαχμούτ με τον γνωστό τρόπο που όλοι μας έχουμε διαβάσει ή ότι ο Σωκράτης χωρίς κανένα δισταγμό ήπιε το κώνειο, ενώ βεβαίως και είμαστε σίγουροι για το οικονομικό συμμάζεμα που πραγματοποιήθηκε επί του δείνα βυζαντινού αυτοκράτορα. Εγιναν έτσι τα πράγματα; Πιθανώς ναι. Ας κρατάμε όμως, όπως λέμε λαϊκά, και μια «πισινή». Το πρώτο πράγμα που διδάσκουμε στους φοιτητές μας στα τμήματα Ιστορίας είναι να ανατρέχουμε στις πηγές. Συμφωνώ και επαυξάνω. Ας διδάσκουμε επιπλέον και το να στεκόμαστε κριτικοί απέναντί τους. Τίποτα από ό,τι βλέπουμε ή «βλέπουμε» δεν είναι απολύτως σίγουρο. Πέραν ίσως του γεγονότος ότι η επιθεωρήτρια Petra Delicato και ο αστυνόμος Antonio Monte στο τέλος των ιστοριών θα έχουν βρει τη λύση του αστυνομικού μυστηρίου.







