Ούτε μόνο ποίημα ούτε καθαρό αφήγημα. Ούτε μόνο μαγεία ούτε σκέτος ρεαλισμός. Στην «Αυτοβιογραφία του κόκκινου», που πρωτοεκδόθηκε το 1998 και αναμένεται την επόμενη εβδομάδα στα ελληνικά από τον «Πατάκη» (σε μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού), η Αν Κάρσον, από τις σημαντικότερες ποιήτριες της εποχής μας, παίρνει όλες τις ελευθερίες που επιτρέπει η υβριδική φύση της τέχνης της.

Η καναδή δημιουργός που διδάσκει Κλασική Φιλολογία και έχει μεταφράσει 10 ελληνικές τραγωδίες και ποιήματα της Σαπφούς, χρησιμοποιεί ως συνήθως έναν αρχαίο μύθο για να τον μεταπλάσει σε μια σύγχρονη ιστορία ενηλικίωσης.

Η «Αυτοβιογραφία» αντλεί την έμπνευσή της – αλλά μόνο αφαιρετικά, σαν ρωγμή μέσα σε σύννεφο – από τον δέκατο άθλο του Ηρακλή, όταν ο ήρωας πρέπει να αρπάξει τα βόδια του τρισωμικού γίγαντα Γηρυόνη (στη μυθολογία ο τελευταίος απεικονίζεται ως τερατώδης μορφή, εγγονός της Μέδουσας και ανιψιός του Πήγασου). Στο «αφήγημά της από στίχους» η Κάρσον φαντάζεται τον Γηρυόνη ως νεαρό αγόρι και ταυτόχρονα κόκκινο φτερωτό τέρας. Ο ίδιος ξεδιπλώνει την τρικυμισμένη ψυχή του σε μια αυτοβιογραφία που ξεκινά από την ηλικία των πέντε σε ένα νησί του Ατλαντικού.

Μεγαλώνοντας δραπετεύει από τον βίαιο αδελφό του, ο οποίος τον κακοποιεί σεξουαλικά, και τη στοργική αλλά ανήμπορη να τον προστατεύσει μη–τέρα του. Το αγόρι θα βρει παρηγοριά στον φακό της φωτογραφικής του μηχανής και στην αγκαλιά του συνομήλικού του Ηρακλή. Μαζί θα φτάσουν στον Αδη, τόπο κατοικίας του τελευταίου και της γιαγιάς του, η οποία θα τους δείξει μία σημαδιακή φωτογραφία ηφαιστείου που εξερράγη το 1923 και κατέστρεψε την παλιά πόλη.

Ο υπερόπτης και ηδονοθήρας Ηρακλής θα εγκαταλείψει λίγες μέρες αργότερα τον Γηρυόνη, μόλις εκείνος αρχίσει να τον ερωτεύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ ο νεαρός είναι ταυτισμένος με το κόκκινο, ο Ηρακλής τον βλέπει κίτρινο στα όνειρά του:

Κίτρινο; είπε ο Γηρυόνης και σκεφτόταν Κίτρινο! Κίτρινο!

Ακόμα και στα όνειρα δεν με ξέρει καθόλου! Κίτρινο!

Τι είπες Γηρυόνη;

Τίποτα.

Είναι ένα όνειρο που αφορά την ελευθερία Γηρυόνη. Ναι. Θέλω να είσαι ελεύθερος Γηρυόνη είμαστε αληθινοί φίλοι το ξέρεις γι’ αυτό θέλω να είσαι ελεύθερος.

Δεν θέλω να είμαι ελεύθερος θέλω να είμαι μαζί σου.

Η επανεμφάνιση του Ηρακλή ύστερα από χρόνια θα φέρει αντιμέτωπο τον Γηρυόνη ξανά με τον πόνο της επιθυμίας και θα τον κάνει να ξεκινήσει ένα ταξίδι που θα απελευθερώσει τη δημιουργική του φαντασία.

Τι διαβάζει, λοιπόν, ο αναγνώστης στο έργο που έχει χαρακτηριστεί magnum opus της ποιήτριας, το όνομα της οποίας εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια στην άτυπη λίστα υποψηφιοτήτων του Νομπέλ Λογοτεχνίας; Διαβάζει ένα πεζό σε στίχους; Ενα πεζοποίημα; Αυτοβιογραφικά θραύσματα με εμβόλιμη δοκιμιακή γραφή; Η ίδια η Κάρσον θέλει να παραμείνει ακατάτακτη και αταξινόμητη (η ίδια άλλωστε τιτλοφορεί τα κείμενά της ακόμα και με μουσικούς όρους, όπως το «Μυθοπλαστικό δοκίμιο σε 29 τάνγκο»). Θέλει από τη μια να ανήκει στη μεγάλη παράδοση του μοντερνισμού – γιατί όχι και του περίφημου δυτικού Κανόνα; – και από την άλλη να αντλεί όσα ερεθίσματα της δίνει η επικαιρότητα: μία δημιουργική αντιπαράθεση (juxtaposition), που προσφέρει τελικά στο κείμενο παραδοξότητα, ποιητική ελευθερία και χιούμορ.

Να ένα χαρακτηριστικό χωρίς το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να εισχωρήσει στον πυρήνα της «Αυτοβιογραφίας». Οι συνειρμικοί μονόλογοι του Γηρυόνη, οι «πειραματισμοί» που η Κάρσον εμπιστεύεται στον Ηρακλή της βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο με τη Βιρτζίνια Γουλφ και τη Γερτρούδη Στάιν, η οποία καθόλου τυχαία ανοίγει την «Αυτοβιογραφία» με ένα κωμικό γκανγκ: «Εμφανίστηκε μετά τον Ομηρο και πριν από τη Γερτρούδη Στάιν, δύσκολη περίοδος για έναν ποιητή. Γεννήθηκε περίπου το 650 π.Χ. στη βόρεια ακτή της Σικελίας, σε μια πόλη που λεγόταν Ιμέρα, έζησε ανάμεσα σε πρόσφυγες που μιλούσαν μια μεικτή διάλεκτο…».

Ο λόγος για τον ποιητή Στησίχορο, τα θραύσματα του οποίου από το ποίημα «Γηρυονηίς» αποτελούν τη δεύτερη πηγή έμπνευσης για την Κάρσον. Ορισμένα από αυτά περνούν στο δεύτερο δέρμα της διασκευής της. Αλλά είναι η δική της φαντασία που τα μεταβολίζει και τα ενσωματώνει αλλιώς στην «Αυτοβιογραφία». Εδώ τα τέρατα πρέπει να περάσουν στον σύγχρονο κόσμο και να συμμετάσχουν στα δικά του πάθη. Εδώ ένας τερατώδης έφηβος πρέπει να μιλήσει πρωτίστως στον εαυτό του, να του δώσει ταυτότητα και να ανακαλύψει τη θέση του στη σύγχρονη τραγικωμωδία των διπλανών ανθρώπων.

Μέσα από τον λευκό αέρα ακούγονταν διάφοροι ήχοι.

Το αργό χτύπημα ενός σφυριού.

Μια απροσδιόριστη μελωδία σαν σωλήνας νερού που στάζει για λίγο και σταματά.

Διάφοροι θόρυβοι από την κίνηση στους δρόμους.

Το τριζοβόλημα από σκουπίδια που καίγονταν. Ξερά ουρλιαχτά σκύλων.

Οι ήχοι εισέβαλαν στο μυαλό του Γηρυόνη διστακτικά στην αρχή αλλά σταδιακά το γέμισαν όλο.

Οι δρόμοι από κάτω δεν ήταν τελικά άδειοι.

Δύο άντρες ήταν σκυμμένοι δίπλα σ’ έναν μισοχτισμένο τοίχο και έβγαζαν μ’ ένα φτυάρι τούβλα από έναν μικρό πέτρινο φούρνο.

Ενα αγόρι σκούπιζε τα σκαλιά της εκκλησίας μ’ ένα κλαδί φοίνικα ίσαμε το μπόι του.

Ενας άντρας και μια γυναίκα έτρωγαν πρωινό σε πλαστικά δοχεία και κοιτούσαν προς αντίθετες κατευθύνσεις πάνω κάτω τον δρόμο.

Είχαν ένα θερμός και δύο φλιτζάνια ακουμπισμένα στο καπό του αυτοκινήτου τους. Πέντε αστυνομικοί πέρασαν από εκεί κρατώντας καραμπίνες.

Κάτω στην παραλία μια ομάδα ποδοσφαίρου έκανε προπόνηση και στο βάθος ο βρόμικος Ειρηνικός εισέβαλλε ορμητικά.

Οι επιζώντες της τέχνης

Η φωτογραφία γίνεται η καταφυγή του σε έναν κόσμο εν πολλοίς ξένο. Ο Γηρυόνης πρέπει να ζήσει με το – ηφαιστειακό – πάθος κι ύστερα να το ξεχάσει. Οπως ο Ανθρωπος της Λάβας σε μία από τις ιστορίες, ένας επιζών από έκρηξη ηφαιστείου: «Η λάβα κυλούσε είκοσι εννέα μήνες. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας ο Γηρυόνης μπορούσε να διακρίνει μια σειρά από σκελετούς πεύκων που κάηκαν από τη στάχτη που έπεσε. “Κόκκινη υπομονή”. Μια φωτογραφία που έχει συμπυκνώσει στην ακίνητη επιφάνειά της δεκαπέντε διαφορετικές στιγμές του χρόνου, εννιακόσια δευτερόλεπτα με ηφαιστειακές βόμβες που κινούνται προς τα πάνω στάχτη που κινείται προς τα κάτω και πεύκα την ώρα που πεθαίνουν. Ο Γηρυόνης δεν ήξερε γιατί επέστρεφε διαρκώς σ’ αυτήν».

Για την Κάρσον ο Γηρυόνης είναι ο επιζών μέσω της τέχνης. Κι αυτή είναι μια μεταφορά διόλου τυχαία για τη συγγραφέα που στα αφτιά των βιβλίων της περνάει ως βιογραφικό τη φράση: «Η Αν Κάρσον γεννήθηκε στον Καναδά και διδάσκει αρχαία ελληνικά για βιοπορισμό». Ο φωτογραφικός φακός λειτουργεί ως μεταφορά για την τεχνική της ίδιας της ποιήτριας. Επαναδημιουργεί τον μύθο και μέσω της ποίησης δίνει στον ήρωά της τα όπλα για να αντέξει τον υπαρξιακό πόνο. Θα δει τη λάβα να τρέχει και την καταστροφή να επελαύνει, αλλά θα τα αφηγηθεί ως επιζών.

Ο έρωτας – και σ’ αυτή την ιστορία – θα είναι γλυκόπικρος, όπως τιτλοφορείται ένα άλλο βιβλίο της, το οποίο κυκλοφορεί από το «Δώμα». Θα σημαίνει στέρηση, ζηλοτυπία, ανταγωνισμό, τακτική, απώλεια, λιώσιμο, έλεγχο. «Αν η ψυχή του ερωτευμένου είναι ένα φιλμ» γράφει εκεί η Κάρσον, «ο “γλυκόπικρος έρωτας” είναι το εξωτερικό αντικείμενο που προσπίπτει επάνω της. Το παράδοξο είναι αυτό που σχηματίζεται πάνω στη φωτοευαίσθητη πλάκα του ποιήματος, ένα αρνητικό απ’ το οποίο μπορούν να αντληθούν θετικές εικόνες. Είτε νοηθεί ως δίλημμα των αισθήσεων, ως δίλημμα της δράσης ή δίλημμα αξιακό, ο έρωτας καταγράφεται ως ένα γεγονός αντιφατικό: μες στην ερωτική επιθυμία η αγάπη συμφύρεται με το μίσος».

Η «Αυτοβιογραφία του κόκκινου» είναι γραμμένη τελικά με τα υλικά μιας τέχνης αταξινόμητης, που γεννιέται μέσα από τις αντιφάσεις της: το πνευματώδες συναντά το ποιητικό (ειδικά στις περιγραφές του φωτός μέσα από τα παγωμένα σύννεφα ή τις αντανακλάσεις του χιονιού). Το υψιπετές και το μετρημένο συναντούν το παράδοξο («Στο παγωμένο αριστερό μάτι του ινδικού χοιρίδιου αντανακλώνται όλοι καθώς τραβούν τις καρέκλες τους και σφίγγουν τα χέρια»).

«Βρίσκω αστεία την πραγματικότητα και τους δαίμονές της»

Μια συνέντευξη με την Αν Κάρσον δεν θα μπορούσε να είναι «κανονική». Αυτό το γνωρίζαμε εκ των προτέρων όταν οι άνθρωποι του «Πατάκη» μας ενημέρωσαν ότι το μόνο που μπορεί να δεχτεί είναι τρεις – τέσσερις ερωτήσεις για να απαντήσει λακωνικά. Εστω κι έτσι, ξεκίνησε ένα παιχνίδι ερωταποκρίσεων, που αποδίδει μέσα στον μινιμαλισμό του κάτι από την ευστροφία της ποιήτριας.

Εκτός άλλων η «Αυτοβιογραφία του κόκκινου» είναι ένα έργο αστείο. Τι σημαίνει το χιούμορ για τη λογοτεχνία σας; Είναι η μόνη άμυνα απέναντι στην πραγματικότητα και τους δαίμονές της;

Για να πω την αλήθεια, τις περισσότερες ημέρες της ζωής μου βρίσκω αστεία και την πραγματικότητα και τους δαίμονές της.

Ποιο είναι ένα «μάθημα» που σας έδωσαν οι αρχαίοι Ελληνες;

Οτι ένα έργο τέχνης πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος.

Και ένα μάθημα που πήρατε από τους μεγάλους μοντερνιστές;

Να ξεκινάω το έργο από τη μέση.

Εάν μπορούσατε να στείλετε την «Αυτοβιογραφία» – ως έμμεσο μήνυμα – σε έναν από τους ηγέτες της εποχής μας, ποιον θα διαλέγατε και γιατί;

Δεν θα το έκανα. Πρώτον, δεν μ’ αρέσουν οι ηγέτες. Και ύστερα, σπανίως κάνω κάτι με έμμεσο μήνυμα.

Αυτόπτες μάρτυρες

Το Σάββατο κυλούσε ντυμένο στα λευκά.

Ο Γηρυόνης περπάτησε κατά μήκος της προκυμαίας.

Πέρασε μπροστά από ομάδες ανθρώπων

που περίμεναν

και μεμονωμένα άτομα που περίμεναν.

Δεν υπήρχε ούτε ενθουσιασμός ούτε απουσία ενθουσιασμού.

Τα σκυλιά περίμεναν.

Οι αστυνομικοί περίμεναν με τα όπλα στις θήκες

δίπλα σ’ ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Η ομάδα

ποδοσφαίρου είχε αποσυρθεί από την παραλία

και περίμενε

σε μια βεράντα που έβλεπε προς την προκυμαία.

Ενώ περίμεναν οι περισσότεροι άνθρωποι κοιτούσαν σταθερά

προς τη θάλασσα ή προς τον δρόμο. Κάποιοι

κλοτσούσαν πέτρες. Ο Γηρυόνης αποφάσισε να επιστρέψει

στο σπίτι. Από ένα τετράγωνο μακριά μπορούσε ν’ ακούσει

τους παπαγάλους. Κανείς δεν ήταν στο σπίτι.

Ανέβηκε στην ταράτσα και κάθισε

στο στρώμα του προσπαθώντας να σκεφτεί

πώς να φωτογραφίσει τη Λίμα. Αλλά το μυαλό του

ήταν τόσο κενό

όσο ο άχρωμος ουρανός.

Βγήκε πάλι έξω να περπατήσει. Κατά μήκος

της προκυμαίας. Πέρασε μπροστά από πολλά

κλειστά σπιτάκια.

Από σοκάκια όπου η ομίχλη της θάλασσας

κρεμόταν σε τούφες πάνω από τα καλντερίμια.

Πέρασε μπροστά από ένα εγκαταλειμμένο πάρκο

όπου δύο λάμα

ήταν δεμένα πλάι σ’ ένα γιγάντιο χάλκινο κεφάλι,

το στόμα του ανοιχτό σε ένα Ο όπως όταν κάποιος

πεθαίνει γελώντας. Ο Γηρυόνης κάθισε πάνω

στο στόμα

κουνώντας τα πόδια του και τρώγοντας μια μπανάνα

ενώ τα λάμα μασούσαν το αραιό γρασίδι. Οι ψυχικές

καταστάσεις όπως το άγχος ή η θλίψη

έχουν διαβαθμίσεις, σκέφτηκε, αλλά η πλήξη

δεν έχει διαβάθμιση. Ποτέ δεν θα καταφέρω να γίνω κάποιος,

είπε στα λάμα.

Εκείνα δεν τον κοίταξαν.

Ο Γηρυόνης πέταξε τη μισοφαγωμένη μπανάνα του

στο χώμα κοντά τους. Εκείνα την παραμέρισαν

και συνέχισαν να τρώνε το γρασίδι.

Ο Γηρυόνης είδε ότι η νύχτα πλησίαζε. Κατέβηκε από

το στόμα και συνέχισε να περπατάει.

 

(Από το 37ο πεζοποίημα, μτφ. Χάρης Βλαβιανός)

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.