Λιγότεροι από τους μισούς Αμερικανούς διάβασαν ένα βιβλίο τους τελευταίους 12 μήνες. Από το 2003 ως το 2023, ο αριθμός των Αμερικανών που διάβαζαν κάτι σε καθημερινή βάση για ψυχαγωγικούς λόγους μειωνόταν κάθε χρόνο κατά 3% (συνολικά κατά 40% στην εικοσαετία). Στην Ευρώπη, το 47,2% των πολιτών δεν διάβασαν ούτε ένα βιβλίο τον τελευταίο χρόνο, με τους Ιρλανδούς να διαβάζουν περισσότερο απ’ όλους και τους Ρουμάνους να είναι τελευταίοι στη λίστα. Οσο για την Ελλάδα, ο πληθυσμός χωρίζεται περίπου στα τρία: είναι αυτοί που δεν διαβάζουν κανένα βιβλίο τον χρόνο (μη αναγνώστες, 35%), εκείνοι που διαβάζουν ένα με τέσσερα βιβλία (μη εντατικοί αναγνώστες, 34%) και όσοι διαβάζουν πάνω από πέντε (εντατικοί αναγνώστες, 31%).
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα είναι γενικό. Αλλά η τακτική που χρησιμοποιούν οι εκδότες δεν θα φέρει αποτελέσματα. Γιατί όπως γράφει στο Atlantic ο Ανταμ Κιρς, συγγραφέας του «Η εξέγερση κατά της ανθρωπότητας: πώς θα είναι ένα μέλλον χωρίς εμάς», όσοι λαμβάνουν τέτοιου είδους μέτρα δεν έχουν καταλάβει γιατί κάποιος ξεκινάει να διαβάζει. Το να πεις σε κάποιον να αγαπήσει τη λογοτεχνία επειδή το διάβασμα είναι καλό για την κοινωνία είναι σαν να του πεις να πιστέψει στον Θεό επειδή η θρησκεία είναι καλή για την κοινωνία. Πρόκειται για ένα ωφελιμιστικό επιχείρημα για κάτι που θα έπρεπε να αποτελεί προσωπικό πάθος.
Για να πείσεις τους νέους ανθρώπους να διαβάσουν, πρέπει να τους πεις τα πράγματα με το όνομά τους. Πρώτον, ότι το διάβασμα δεν αποτελεί δημόσιο καθήκον, αλλά ιδιωτική απόλαυση, που μερικές φορές φτάνει στα όρια της διαστροφής: διαβάζεις όλη τη νύχτα ένα βιβλίο γιατί δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου αν δεν το τελειώσεις.
Δεύτερον, ότι το διάβασμα δεν σε συνδέει με τον έξω κόσμο, αλλά αντιθέτως σε απομακρύνει από αυτόν. Με άλλα λόγια, είναι μια αντικοινωνική δραστηριότητα: για να επιδοθείς σε αυτήν, πρέπει να είσαι μόνος ή να κλείσεις τα αφτιά σου σε ό,τι συμβαίνει έξω από το κεφάλι σου. Στο «Από τη μεριά του Σουάν», τον πρώτο τόμο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ, ο αφηγητής περιγράφει κάτι απογευματινά καλοκαίρια που ήταν τόσο βυθισμένος στο διάβασμα, ώστε δεν άκουγε την καμπάνα της εκκλησίας. Στη συνέχεια όμως αναγνωρίζει ότι αυτή η ευαισθησία του στα βιβλία – και αργότερα στη μουσική και την τέχνη – τον κατέστησε ακατάλληλο για σχέσεις και για την ίδια τη ζωή.
Tρίτον, ότι το διάβασμα των μεγάλων συγγραφέων δεν σε κάνει αναγκαστικά καλύτερο πολίτη ούτε πιο επιτυχημένο άνθρωπο. Μερικά από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα μάλιστα, σημειώνει ο Κιρς, δείχνουν πώς το διάβασμα καταστρέφει μια ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι «το πρώτο σύγχρονο μυθιστόρημα», ο «Δον Κιχώτης», όπου ο ήρωας διαβάζει με μανία βιβλία με ιππότες, μέχρις ότου «η φαντασία του γεμίσει με αυτά που διαβάζει στα βιβλία του, μάγια, καβγάδες, μάχες, προκλήσεις, τραυματισμούς, φλερτ, έρωτες, αγωνίες και κάθε είδους ανοησία». Πεισμένος ότι είναι ένας χαρακτήρας ενός μυθιστορήματος, που φυσικά είναι, ρίχνεται σε άσκοπες περιπέτειες που διασκεδάζουν τον αναγνώστη.
Το ίδιο λάθος κάνει αιώνες αργότερα η ηρωίδα του βιβλίου του Γκιστάβ Φλομπέρ «Μαντάμ Μποβαρί». Φανατική αναγνώστρια στα νιάτα της, η Εμα συνειδητοποιεί όταν παντρεύεται ότι δεν αγαπά τον άνδρα της όπως την είχαν κάνει τα μυθιστορήματα να πιστέψει. Συνάπτει τότε διάφορες εξωσυζυγικές σχέσεις για να καταλάβει τι σημαίνουν λέξεις που είχε βρει τόσο ενδιαφέρουσες στα βιβλία, όπως ευτυχία, πάθος, έκσταση. Αποτυγχάνει, χρεοκοπεί και αυτοκτονεί. Η ζωή δεν έχει καμιά σχέση με τα βιβλία.
Μια σύγχρονη συγγραφέας που επιδίδεται σε ανάλογες αναζητήσεις είναι η Ελεν Ντε Γουίτ, γνωστή στην Ελλάδα από τα μυθιστορήματά της «Ο τελευταίος σαμουράι» (εκδ. Ψυχογιός) και «Οι Αγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί» (εκδ. Δώμα). Το τρίτο της μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες με τον τίτλο «Το όνομά σου εδώ», είναι προϊόν της συνεργασίας της με τον αυστραλό δημοσιογράφο Ιλια Γκρίντνεφ. Και όπως γράφει το Atlantic, είναι αυτή η βρώμικη λέξη που κυκλοφορεί στις μέρες μας στους λογοτεχνικούς κύκλους: μια πρόκληση.
Ελεν Ντε Γουίτ (1957 – )
Κι αν δεν έχω ιδέα;
Η «Washington Post» την έχει χαρακτηρίσει «μια από τις πιο πρωτότυπες συγγραφείς μας», που πετά «υπέροχα σατιρικά βέλη ενάντια στον εκδοτικό κλάδο και στην υποκρισία των εμπορευματοποιημένων αφηγήσεων περί τραύματος», ενώ η «Wall Street Journal» την αποκάλεσε «μια εκκεντρική ιδιοφυΐα της εποχής μας». Γεννημένη στη Μέριλαντ, μεγάλωσε στη Νότια Αμερική και σπούδασε ελληνική και λατινική λογοτεχνία στην Οξφόρδη. Η γραφή της θεωρείται «δύσκολη», οι εκδότες γκρινιάζουν κι εκείνη απαντά γράφοντας με ακόμη πιο αποπροσανατολιστικό τρόπο. Διαβάζοντας το τελευταίο της βιβλίο, ο Ρόμπερτ Ράμπσαμ του Atlantic δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από μια διάχυτη αβεβαιότητα ακόμη και στην τελευταία σελίδα. «Κι αν. Κι αν. Κι αν», γράφει κάπου η Ντε Γουίτ. «Κι αν δεν έχω ιδέα τι γίνεται μετά;» Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα βιβλίο ιδανικό για την εποχή του Τραμπ.







