Το ισχύον εκλογικό σύστημα που προβλέπει κλιμακωτό bonus επιπλέον εδρών στο πρώτο κόμμα, ανάλογα με το εκλογικό ποσοστό του (ν. 4654/2020), στηρίχθηκε σε έναν πολιτικό υπολογισμό που δεν λειτουργεί πια. Δηλαδή ότι στο ορατό εκλογικό μέλλον μετά τις εκλογές του 2019, η Νέα Δημοκρατία δεν θα έπεφτε κάτω από 40-38%. Ποσοστό που θα της εξασφάλιζε πριμοδότηση 50-46 εδρών και τη δυνατότητα να κυβερνά μόνη της και ανενόχλητη. Αυτό πράγματι συνέβη στις εκλογές του Ιουνίου 2023, είναι όμως δύσκολο να επαναληφθεί με βάση τα σημερινά πολιτικά δεδομένα στις εκλογές του 2027 (ή του 2026).

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει βέβαια ότι δεν σκοπεύει να αλλάξει τον εκλογικό νόμο, ωστόσο στην Ελλάδα το ένστικτο εξουσίας του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος είναι ακαταμάχητο και για τον λόγο αυτόν όλα τα εκλογικά συστήματα έχουν προσωρινό χαρακτήρα, ανάλογα με τα συμφέροντα του κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία. Το φαινόμενο αυτό, να αλλάζει το εκλογικό σύστημα σχεδόν σε κάθε εκλογή, επιχείρησε να ανακόψει o συνταγματικός νομοθέτης του 2001, μεταθέτοντας την ισχύ κάθε νέου ή τροποποιημένου εκλογικού συστήματος από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός αν ψηφίζεται με την αυξημένη πλειοψηφία τουλάχιστον διακοσίων βουλευτών (άρθρο 54 παρ. 1 Συντ.).

Το διαδικαστικό αυτό συνταγματικό εμπόδιο μπορεί όμως να υπερπηδηθεί με τη στοχευμένη επιδίωξη «διπλών εκλογών», όπως έγινε ήδη στις εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου 2023. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως μία τροποποίηση του ν. 4654/2020 με σκοπό προφανώς την περαιτέρω ενίσχυση των πλειοψηφικών στοιχείων του εκλογικού συστήματος, δεν συναντά ουσιαστικά συνταγματικά εμπόδια. Ετσι, η τυχόν επανεισαγωγή του απροϋπόθετου και σταθερού bonus των 50 εδρών που προέβλεπε ο «νόμος Παυλόπουλου» (ν. 3636/2008), θα μπορούσε να φτάσει τη διαφορά μεταξύ εδρών και ψήφων του πρώτου κόμματος, δηλαδή την υπεραντιπροσώπευσή του, πέρα από κάθε εύλογο επίπεδο.

Στην περίπτωση, για παράδειγμα, που το πρώτο κόμμα έπεφτε κάτω από το 25% με τον ν. 3636/2008, θα έπαιρνε 50 επιπλέον έδρες, ενώ με τον ισχύοντα ν. 4654/2020, δεν παίρνει καμία έδρα παραπάνω. Αλλά και η τυχόν ενεργοποίηση του bonus των 50 εδρών με χαμηλό εκλογικό κατώφλι, για παράδειγμα 30% ή ακόμα και 35%, θα οδηγούσε σε μία αντισυνταγματική δυσαναλογικότητα του εκλογικού συστήματος.

Προβλήματα συνταγματικότητας θα δημιουργούσε και η τυχόν αύξηση του ορίου εισόδου στη Βουλή από 3% σε 5%. Οχι αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά σε συνδυασμό με τον μηχανισμό του bonus, σε οποιαδήποτε παραλλαγή του. Διότι στην περίπτωση αυτή θα χαμήλωνε κι άλλο ο πήχης της αυτοδυναμίας του πρώτου κόμματος, ώστε έτσι αυτό να μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση ακόμη και με εκλογικό ποσοστό πέριξ ή κάτω του 35%. Τότε όμως θα είχαμε μετάβαση εις άλλο γένος, δηλαδή κατ’ ουσίαν σε ένα πλειοψηφικό σύστημα, όπως αυτό του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου το πρώτο κόμμα με ποσοστό 33,7% (Εργατικό Κόμμα, εκλογές 2024), μπορεί να αποκτήσει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Αυτό όμως που θεωρείται «φυσιολογικό» στο πλαίσιο του βρετανικού θεσμικο-πολιτικού συστήματος, στην Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, ούτε πολιτικά ούτε συνταγματικά.

Ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, ΕΑΠ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.