Οσοι είχαν αντιδράσει στην επισήμανση του Τζέι Ντι Βανς πως «υπάρχει καινούργιος σερίφης στην πόλη», διαπιστώνουν ότι αυτή είναι η πραγματικότητα. Οι τελευταίες εξελίξεις στη Λατινική Αμερική απέδειξαν ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ εφαρμόζει τον νόμο του ισχυρού με την ισχύ του να «παράγει δίκαιο». Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να βλέπει τον κόσμο μέσα από τα δικά του «γυαλιά» με τα οποία εστιάζει σε μεγάλες ιδέες για τις ΗΠΑ, παράλληλα όμως οι πρωτοβουλίες του αυτές ενισχύουν διεθνώς ένα ρεύμα ενθαρρυντικό των ηγετών εκείνων που θεωρούν ότι τώρα είναι η ευκαιρία για να επιβάλλουν και αυτοί μονομερώς πολιτική ισχύος. Ετσι, τη θέση των διεθνών συνεννοήσεων μπορεί πολύ σύντομα να καταλάβουν αυταρχικές πολιτικές ποικίλων κέντρων ανά την υφήλιο που δύσκολα πλέον θα μπορούν να ελεγχθούν. Φαντάζεται κανείς ότι τόσο η Μόσχα όσο και το Πεκίνο αλλά και η Αγκυρα από την πλευρά της θα είχαν αναστολές να ακολουθήσουν την ίδια ατραπό και μάλιστα χωρίς προσχήματα;
Η αμερικανική πρωτοβουλία στη Βενεζουέλα δημιουργεί ένα στενάχωρο προηγούμενο για τα κράτη εκείνα τα οποία είναι προσηλωμένα στο Διεθνές Δίκαιο και τη θεσμική νομιμότητα. Με τον νόμο της ισχύος να κυριαρχεί, κάθε αναθεωρητικός παράγων ανασφάλειας θα παραβιάζει πιο εύκολα τις θεσμοθετημένες κόκκινες γραμμές. Με τους ισχυρούς να παρεμβαίνουν συνιστώντας, ως συνήθως, σύνεση και αυτοσυγκράτηση εστιάζοντας στην ηρεμία μιας συγκεκριμένης περιοχής και όχι στο δίκαιο.
Σε ό,τι αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, το πέρασμα στην «εποχή της ισχύος» θα ενισχύσει την αντίληψη των σκληρών της Άγκυρας ότι ο ισχυρός είναι υπεράνω θεσμών. Με την τουρκική πλευρά να αγνοεί την προσφυγή στη Χάγη και να συνεχίζει πιο επιθετικά τη γνωστή γραμμή των απειλών και της πολιτικής των αμφισβητήσεων. Με την ελπίδα να κάμψει τις αντιστάσεις της Αθήνας όχι μόνο με απειλές πολέμου αλλά και με μια πολιτική φθοράς μέσα σε ένα πλαίσιο εξαναγκασμού και όχι νομικής διευθέτησης.
Με τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα στο πρώτο πλάνο, η στρατηγική προβλεψιμότητα είναι ασθενές στοιχείο, ενώ για πολλούς γίνεται ακόμη μεγαλύτερη η ανάγκη πολυδιάστατης διπλωματίας και αυτοδύναμης αποτροπής. Ειδικά για την Αθήνα αυτό σημαίνει ότι, πέρα από την αμυντική πολιτική της, πρέπει να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου ενδεχόμενα επεισόδια να αποτραπούν, προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία εικόνας κλιμάκωσης που θα τη βαρύνει κατά το αναμενόμενο παιχνίδι των αλληλοκατηγοριών. Παράλληλα, πρέπει να ενισχύει διαρκώς το πλέγμα σύμπραξης-συμμαχιών όχι μόνο σε νατοϊκό πλαίσιο και σε ευρωπαϊκό αλλά και σε τριμερές.
Σκόπιμο, τέλος, είναι να προβάλλει επίμονα και σταθερά τη σημασία της ασφάλειας και της σταθερότητας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ιδίως με τη διαγραφόμενη προοπτική ανάπτυξης εμπορικών-διαμετακομιστικών και ενεργειακών «διαδρόμων» (IMEC, GSI). Η λειτουργία των συγκεκριμένων διαδρόμων και η ασφάλεια όσων συνεργασθούν για αυτήν θα πετύχει υπό την προϋπόθεση ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα είναι συγκυριακού χαρακτήρα με πρόχειρες λύσεις ενδεχόμενων κρίσεων, αλλά βασισμένη στον σεβασμό διεθνώς αποδεκτών κανόνων.







