Ο Τετέ έχει το ταλέντο του παίκτη που μπορεί να κάνει τη διαφορά και τον χαρακτήρα του ανθρώπου που σπάνια μένει αρκετά για να τη ζήσει σε μια ομάδα. Η επιστροφή του στην Γκρέμιο, μετά το σύντομο πέρασμά του από τον Παναθηναϊκό, μοιάζει περισσότερο με ακόμη ένα κεφάλαιο σε μια καριέρα που γράφεται βιαστικά. Στο πόδι. Σαν ο ίδιος να φοβάται την ηρεμία και τη σιωπή της σταθερότητας. Σαν να προτιμά μόνιμα να κολυμπά σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Ο Τετέ ήρθε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2024 σαν ένα λαμπερό ποδοσφαιρικό πετράδι. Ως ο πιο ακριβοπληρωμένος παίκτης του ρόστερ του Παναθηναϊκού. Μια επένδυση η οποία είχε ως στόχευση το άμεσο αγωνιστικό αντίκρισμα, αλλά και τη μελλοντική υπεραξία. Ο Παναθηναϊκός πλήρωσε 5,75 εκατ. ευρώ για να τον αποκτήσει από τη Γαλατασαράι, του έδωσε σημαντικό ρόλο και ένα «βαρύ» συμβόλαιο, κοντά στα 3 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά ο Τετέ θα έμενε. Οτι θα ρίζωνε. Οτι θα γινόταν ο ηγέτης της ομάδας.
Δεν έμεινε ο Τετέ στον Παναθηναϊκό. Γιατί η λέξη «παραμονή» δεν είναι στο δικό του λεξιλόγιο.
Η επιστροφή του από την εορταστική άδεια στη Βραζιλία δεν έφερε μαζί της διάθεση επανεκκίνησης. Εφερε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: ο Τετέ ήθελε να φύγει. Και το ήθελε άμεσα. Με επιμονή που άγγιζε τα όρια της αγένειας και της προσβολής. Με μια στάση που πρόδιδε πως η απόφασή του είχε ληφθεί πολύ πριν ειπωθεί. Δεν περίμενε να τελειώσει η σεζόν, δεν άφησε περιθώριο διαχείρισης. Ζήτησε μεταγραφή και τη ζήτησε σαν να του όφειλαν να του τη δώσουν. Και είχε φροντίσει μάλιστα να την προαναγγείλει με μια φωτογραφία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία καμάρωνε με τη φανέλα της Γκρέμιο.
Ο Παναθηναϊκός βρέθηκε μπροστά σε ένα γνώριμο ποδοσφαιρικό δίλημμα: σύγκρουση ή υποχώρηση. Να κρατήσει τον παίκτη παρά τη θέλησή του, να του θυμίσει τις υποχρεώσεις του, να επιβάλει την τάξη; Ή να κλείσει γρήγορα το θέμα, να αποφύγει την εσωτερική φθορά και να περιορίσει τη ζημιά; Επέλεξε το δεύτερο. Εκανε τελικά το χατίρι του Βραζιλιάνου.
Η… αστάθεια ως σταθερά
Η πώληση στη Γκρέμιο θα ενισχύσει το ταμείο των Πράσινων με περίπου 7 εκατ. ευρώ. Ενα μικρό κέρδος σε σχέση με το ποσό αγοράς, αλλά και μια σημαντική οικονομία από την αποδέσμευση ενός υψηλού συμβολαίου. Λογιστικά, η υπόθεση δεν ήταν ζημιογόνα για το Τριφύλλι. Ποδοσφαιρικά και θεσμικά, όμως, άφησε μια αίσθηση ήττας. Οχι μονάχα γιατί έφυγε ένας παίκτης ποιότητας, αλλά γιατί έφυγε με τον τρόπο του. Και άφησε πίσω του 13 γκολ και 10 ασίστ σε 76 συμμετοχές.
Ισως αυτός ο άκομψος, ωμός και… λατινοαμερικάνικος τρόπος «διαφυγής», να είναι και το πιο σταθερό στοιχείο στην καριέρα του Τετέ. Από το 2021 και μετά, έχει φορέσει τη φανέλα πέντε διαφορετικών ομάδων. Σαχτάρ, Λυών, Λέστερ, Γαλατασαράι, Παναθηναϊκός. Δανεισμοί, επιστροφές, μεταγραφές χωρίς συνέχεια. Σαν να μην αντέχει τη διάρκεια. Σαν να χρειάζεται διαρκώς μια νέα αρχή για να αποφύγει την ευθύνη της επόμενης μέρας.
Στο γήπεδο, ο Τετέ δεν απογοήτευσε. Είχε ποδοσφαιρικές εκρήξεις, έβγαλε ποιότητα σε αρκετά παιχνίδια, υπήρξαν στιγμές που δικαιολογούσαν το ταλέντο του. Ομως ποτέ δεν έδωσε την αίσθηση του παίκτη που δένεται με το σύνολο, που αντέχει την πίεση του «μείνε, φτιάξε κάτι και βγες πρώτος στην ποδοσφαιρική μάχη». Ηταν πάντα έτοιμος για το επόμενο βήμα, ακόμη κι αν αυτό το βήμα δεν πήγαινε μπροστά, αλλά απλώς… αλλού.
Η μεταγραφή στην Γκρέμιο είναι μια επιστροφή σε γνώριμα νερά. Εκεί όπου όλα ξεκίνησαν. Εκεί όπου το περιβάλλον είναι πιο οικείο και οι απαιτήσεις πιο διαχειρίσιμες. Το ερώτημα δεν είναι αν ο Τετέ θα παίξει καλά. Το έχει αποδείξει ότι μπορεί. Το ερώτημα είναι αν, αυτή τη φορά, θα μείνει αρκετά για να μάθει τι σημαίνει να ανήκεις κάπου και να είσαι μέλος μιας ομάδας.
Γιατί όσο το ταλέντο του ανοίγει πόρτες, ο χαρακτήρας του φροντίζει να τις κλείνει γρήγορα πίσω του. Και κάποια στιγμή, οι επιστροφές παύουν να μοιάζουν με λύτρωση και θα αρχίζουν να θυμίζουν ένα φαύλο κύκλο.







