Οταν το περασμένο καλοκαίρι Ελλάδα και Κύπρος μπλόκαραν τον δρόμο της Τουρκίας προς το SAFE, το χρηματοδοτικό εργαλείο της Ευρωπαϊκής Ενωσης για κοινές προμήθειες στην αμυντική βιομηχανία ύψους έως και 150 δισ. ευρώ, η Αγκυρα αντέδρασε με οργή.
Μια οργή που, αν και δεν βρήκε – δημοσίως – ευήκοα ώτα, συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με την Τουρκία να επιχειρεί να περάσει το αφήγημα ότι Κύπρος και Ελλάδα μπλοκάρουν τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οπως το έθεσε τον περασμένο Δεκέμβριο ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, η ευρωτουρκική «περιοχή συνέργειας», που αφορά πάνω από 400 εκατομμύρια ανθρώπους, κρατιέται «όμηρος από μια μικρή ομάδα».
Το επιχείρημα, πονηρό και αληθοφανές, αποφεύγει την ουσία: ότι Κύπρος και Ελλάδα δεν μπορούν να επιτρέψουν στην Τουρκία να χρηματοδοτείται από χρήματα των φορολογουμένων τους για να πουλάει όπλα, την ώρα που απειλεί με πόλεμο – και με άλλους τρόπους – Αθήνα και Λευκωσία.
Εναν χρόνο νωρίτερα, ο Πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Χριστοδουλίδης είχε δηλώσει ότι η Λευκωσία θα μπορούσε να υποβάλει αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ, αφού οι ένοπλες δυνάμεις της αποκτήσουν την αναγκαία εκπαίδευση και τον απαραίτητο εξοπλισμό ώστε να φτάσουν στα νατοϊκά πρότυπα. Η τουρκική αντίδραση ήταν άμεση: μια τέτοια αίτηση, κατά την Αγκυρα, δεν έχει βάση και απαιτεί ομοφωνία – κάτι στο οποίο η ίδια δεν θα συναινούσε.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη. Η Λευκωσία, αργά και μεθοδικά, και με τη βοήθεια του Ισραήλ, εντάχθηκε στον ευρύτερο αμερικανικό και νατοϊκό σχεδιασμό στην περιοχή. Πέρα από την άρση του αμερικανικού εμπάργκο όπλων, εντάχθηκε και στο πρόγραμμα EDA, μέσω του οποίου λαμβάνει πλεονάζοντα εξοπλισμό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων χωρίς κόστος αγοράς.
Παιχνίδι ισορροπιών
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Τουρκία δεν μπορεί εύκολα να σταθεί απέναντι στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, ειδικά όταν η Ανατολική Μεσόγειος έχει αποκτήσει αυξημένη γεωστρατηγική σημασία για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Οπως ακριβώς και η Κύπρος δεν μπορεί επ’ άπειρον να μπλοκάρει την Τουρκία από το SAFE. Αρα πού καταλήγουμε;
Καταλήγουμε σε ένα παιχνίδι ισορροπιών, όπου κερδίζει όποιος παρουσιάσει τη θέση του ως πιο συμφέρουσα για τους υπόλοιπους. Αυτό συνέβη με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, παρά τις τουρκικές απειλές «δράσης και κλιμάκωσης». Αυτό ακριβώς πέτυχε η Λευκωσία τον Απρίλιο του 2024, με τη ρητή συμπερίληψη των υποχρεώσεων της Τουρκίας έναντι της Κύπρου και της συνεργασίας της Αγκυρας ως όρου για την πρόοδο των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων. Και αυτό είναι που φοβάται ότι θα επιχειρήσει εκ νέου η Κυπριακή Δημοκρατία στη διάρκεια της Προεδρίας της στο Συμβούλιο της ΕΕ.
Η στάση της Αγκυρας δεν διευκολύνει την εμφάνιση φωνών υπέρ της στους «27». Η Λευκωσία ζητά, αφενός, την ένταξή της στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη (Partnership for Peace), τον προθάλαμο του ΝΑΤΟ, και, αφετέρου, τον μετριασμό της τουρκικής επιθετικότητας – κάτι που η Ελλάδα συνδέει ευθέως με την άρση του casus belli.
Η Τουρκία, αντίθετα, προσέρχεται με αρνητική ατζέντα, ύφος υπερδύναμης και μοναδικό επιχείρημα τις οικονομικές συναλλαγές. Ωστόσο καμία χώρα της ΕΕ δεν μπορεί να αγνοήσει ζητήματα ασφάλειας κράτους-μέλους για χάρη οικονομικών συμφερόντων, χωρίς σοβαρό πολιτικό κόστος.
Στη διάρκεια της προεδρίας της, η Κύπρος δεν μπορεί να επιβάλει θέματα μονομερώς. Μπορεί όμως να τα αναδείξει, εφόσον εξασφαλίσει στήριξη από άλλα κράτη, όπως η Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει δηλώσει πως συζήτησε το ζήτημα με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ και τον γερμανό καγκελάριο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι βρήκε ανταπόκριση, δεν περνά απαρατήρητο στην Αγκυρα.
Τα επιχειρήματα περί «εκλιπούσας» Κυπριακής Δημοκρατίας κινδυνεύουν έτσι να επιστρέψουν ως μπούμερανγκ, με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων έναντι της Κύπρου να καθίσταται προϋπόθεση για τον ίδιο τον ευρωτουρκικό διάλογο. Δεν μπορεί κάποιος να αρνείται την ύπαρξη ενός εταίρου που κάθεται στο ίδιο τραπέζι.
Η Λευκωσία γνωρίζει, πάντως, ότι δεν τη συμφέρει η μονομερής κίνηση, τη στιγμή που δηλώνει πως δεν θα εργαλειοποιήσει την Προεδρία για εθνικές υποθέσεις. Υπάρχει όμως μια ασφαλέστερη οδός: η θέση ότι κανένα κράτος-μέλος της ΕΕ δεν πρέπει να αποκλείεται από τη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ ή από ρυθμίσεις ασφάλειας λόγω βέτο τρίτης χώρας, και ότι η Κύπρος πρέπει να έχει πρόσβαση σε τέτοια σχήματα ώστε να μη μένει εκτός της ευρωπαϊκής άμυνας.
Αυτό το επιχείρημα, σε επίπεδο Συμβουλίου, στη λογική της συλλογικότητας, των κοινών συμφερόντων και της αλληλεγγύης, ίσως αποδειχθεί καθοριστικό μέχρι τη λήξη της Κυπριακής Προεδρίας. Το να χαρακτηρίζεται ένα κράτος-μέλος της ΕΕ, έδαφος του οποίου κατέχεται παράνομα, «Κοινότητα των Ρωμιών της Νότιας Κύπρου» δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει πειστικά. Το αντίθετο.







