Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα δεδομένα του επιστημονικού κέντρου «Κοπέρνικος», το 2025 αναμένεται να καταγραφεί ως το δεύτερο θερμότερο έτος στην ιστορία των παγκόσμιων μετρήσεων, αμέσως μετά το 2024. Παράλληλα, τα στοιχεία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών δείχνουν ότι το καλοκαίρι του 2025 ήταν το τρίτο θερμότερο των τελευταίων 65 ετών για την Ελλάδα. Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν τη συνεχιζόμενη και επιταχυνόμενη επιδείνωση της κλιματικής κρίσης.

Ωστόσο, ενώ οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται ολοένα και πιο έντονες, το 2025 εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αρνητικές χρονιές για την παγκόσμια και ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική. Δέκα χρόνια μετά την υπογραφή της Συμφωνίας του Παρισιού, η χρονιά αυτή σημαδεύτηκε από μια πρωτοφανή οπισθοχώρηση, η οποία απειλεί να υπονομεύσει κεντρικούς πυλώνες της συλλογικής προσπάθειας για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Κομβικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, γνωστός αρνητής της κλιματικής αλλαγής. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν περιορίστηκε στην ανατροπή πολιτικών στο εσωτερικό της χώρας του, αλλά επεδίωξε συστηματικά την αποδυνάμωση της κλιματικής πολιτικής και σε διεθνές επίπεδο, με βασικό στόχο την προώθηση των αμερικανικών ορυκτών καυσίμων. Μέσω της απειλής επιβολής υψηλών δασμών στα ευρωπαϊκά προϊόντα, οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ενωση σε μια συμφωνία με σοβαρό κόστος για το κλίμα.

Η συμφωνία ΗΠΑ – ΕΕ προβλέπει την αγορά αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων, κυρίως ορυκτών καυσίμων, συνολικής αξίας 750 δισ. δολαρίων σε ορίζοντα τριετίας, με αντάλλαγμα τη μείωση των δασμών στα ευρωπαϊκά προϊόντα από το 30% στο 15%. Πέρα από τη γεωπολιτική και εμπορική της διάσταση, η συμφωνία αυτή έχει ιδιαίτερα επιβαρυντικές κλιματικές συνέπειες. Εξαιρετική ανησυχία προκαλεί ειδικότερα η πρόβλεψη για τριπλασιασμό των εισαγωγών αμερικανικού υγροποιημένου αερίου (LNG) στην ΕΕ-27, σε συνδυασμό με την πλήρη απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού αερίου. Με τη συμφωνία αυτή, η Ευρωπαϊκή Ενωση απομακρύνθηκε από την πορεία συνολικής απεξάρτησης από το ορυκτό αέριο που είχε χαράξει με το σχέδιο «REPowerEU» μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Στην πράξη, η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία αντικαταστάθηκε από μια νέα εξάρτηση από το αμερικανικό LNG, χωρίς ουσιαστική μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων.

Η αρνητική αυτή τροχιά συνεχίστηκε και στο εσωτερικό της ΕΕ. Η πρώτη και πιο άμεση οπισθοχώρηση αφορούσε το νέο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές (ΣΕΔΕ-2). Παρότι το σύστημα οριστικοποιήθηκε μόλις το 2023, έπειτα από μακρές διαπραγματεύσεις, αποφασίστηκε η αναβολή της εφαρμογής του κατά ένα έτος και, κυρίως, η τροποποίηση βασικών παραμέτρων με στόχο τη συγκράτηση των τιμών άνθρακα.

Αν και η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε ως μέτρο ανακούφισης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, στην πράξη περιορίζει τα δημόσια έσοδα που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε επενδύσεις ενεργειακής αναβάθμισης, εξηλεκτρισμού της θέρμανσης και προώθησης της ηλεκτροκίνησης. Παράλληλα, εκτιμάται ότι ενδέχεται να οδηγήσει στην έκλυση επιπλέον 600 εκατ. τόνων CO₂ τα επόμενα χρόνια, θέτοντας σε κίνδυνο την επίτευξη των ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων.

Η οπισθοχώρηση αποτυπώθηκε και στη συζήτηση για τον νέο κλιματικό στόχο του 2040. Το Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος αποδυνάμωσε περαιτέρω την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δίνοντας στα κράτη – μέλη μεγαλύτερη ευελιξία στη χρήση διεθνών ανθρακικών πιστώσεων, γεγονός που μειώνει την πίεση για ουσιαστική μείωση των εγχώριων εκπομπών. Παράλληλα, καταγράφονται σημάδια υπαναχώρησης από τη δέσμευση για κατάργηση των οχημάτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης, που χρησιμοποιούν βενζίνη και πετρέλαιο, έως το 2035.

Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό περιβάλλον, η Ελλάδα επέλεξε να ευθυγραμμιστεί ενεργά με τη νέα αμερικανική στρατηγική, πραγματοποιώντας μια εντυπωσιακή στροφή προς τα πίσω στην κλιματική της πολιτική. Ξεχώρισε αρνητικά με τη στάση της στο ζήτημα του πρώτου παγκόσμιου κλιματικού στόχου για τη ναυτιλία, καθώς μαζί με την Κύπρο ήταν οι μόνες χώρες της ΕΕ που απείχαν από τη σχετική ψηφοφορία, συμβάλλοντας στην καθυστέρηση υιοθέτησής του.

Παράλληλα, η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνία με αμερικανικό πετρελαϊκό όμιλο για την εκμετάλλευση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στο Ιόνιο, με προσδοκώμενα έσοδα που, ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, δεν ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ σε βάθος 25 ετών, ποσό που ωχριά μπροστά στα έσοδα που αποκομίζει η χώρα κάθε χρόνο από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, τη «ναυαρχίδα» της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής. Την ίδια στιγμή, συμφώνησε επίσης να λειτουργήσει ως κόμβος εισαγωγής αμερικανικού LNG προς την Ευρώπη μέσω του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου», γεγονός που αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για νέες υποδομές LNG.

Τέλος, το 2025 καταγράφηκε αύξηση της κατανάλωσης ορυκτού αερίου στη χώρα, κυρίως για ηλεκτροπαραγωγή, με αποτέλεσμα οι εκπομπές του τομέα να εκτιμάται ότι θα υπερβούν κατά περίπου 50% τον εθνικό στόχο που είχε τεθεί μόλις έναν χρόνο νωρίτερα στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ).

Οι εξελίξεις αυτές αποτελούν κακό οιωνό για το 2026, καθώς κλιμακώνονται οι πιέσεις για περαιτέρω αποδυνάμωση βασικών πυλώνων της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, όπως η Οδηγία για το ΣΕΔΕ και ο Κανονισμός για το Μεθάνιο. Η αναστροφή της επικίνδυνης πορείας που ακολουθούν τόσο η εθνική όσο και η ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική προϋποθέτει τη συντονισμένη κινητοποίηση της επιστημονικής κοινότητας, της κοινωνίας των πολιτών και των επιχειρήσεων από το σύνολο της οικονομίας, οι οποίες αποδεικνύουν έμπρακτα ότι ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής αποτελεί αναγκαία συνθήκη για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς τους.

Νίκος Μάντζαρης: Επικεφαλής αναλυτής πολιτικής και συνιδρυτής του Green Tank

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.