Το ακούγαμε όλοι από παιδιά, τότε που η αθωότητα κυλούσε στις φλέβες μας και οι κουραμπιέδες με τα μελομακάρονα στα στομάχια μας. Μας έμαθαν και να το τραγουδάμε με περισσή χαρά:
Πάει ο παλιός ο χρόνος
ας γιορτάσουμε παιδιά
και του χωρισμού ο πόνος
ας κοιμάται στην καρδιά!
Ποιος… πόνος τότε; Ολα τα βλέπαμε τέλεια και το πρόσταζε και το τραγούδι:
Γέρο χρόνε φύγε τώρα
πάει η δική σου η σειρά
ήρθε ο νέος με τα δώρα
με τραγούδια με χαρά.
Αλλά πάντα η «χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά» κρατούσε λίγο. Γρήγορα το δέντρο μαδούσε, η χρυσόσκονη εξαφανιζόταν, τα λαμπάκια της λάμψης και της χαράς έσβηναν κι άφηναν πίσω τους τις αγωνίες των υπόλοιπων μηνών.
Κι όταν πια έφευγε η φαντασμαγορία, ακούγαμε τους μεγαλύτερους να μιλούν για τα χρέη τους, τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής, τα προβλήματα, όλα αυτά που έμπαιναν κάτω από το χαλί την εορταστική περίοδο.
Σταδιακά συνηθίζαμε και τις απώλειες. Ανθρώπων, συναισθημάτων και – φευ – ονείρων, που κι αυτό είναι ιδιαίτερα επώδυνο σε κάποιες περιπτώσεις.
Τίποτα δεν άλλαξε από τα «παλιά χρόνια». Πάντα θα φεύγουν οι άνθρωποι, πάντα θα εχθρεύονται και θα μάχονται, πάντα θα αδικούν και θα αδικούνται, πάντα θα επιβουλεύονται.
Αλλά μαζί με τα χρόνια, που ναι, τρέχουν σαν πλημμυρισμένο ποτάμι, χάθηκε κι ο ρομαντισμός μιας εποχής που δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά. Ακόμα κι οι φτωχοί άλλων εποχών ζούσαν αλλιώς, υπήρχε ακόμα αξιοπρέπεια πριν καταπατηθεί με σφοδρότητα και αλλοιώσει τα πάντα.
Αγρίεψε ο κόσμος, αγρίεψε πολύ. Λύκος έγινε και δεν διστάζει να κατασπαράξει τον διπλανό του. Πάντα συνέβαινε, αλλά αυτό το να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα ζει μέρες θριάμβου!
Η επέλαση της τεχνολογίας και το ανηλεές κυνήγι της απόκτησης πραγμάτων δημιούργησε ανθρώπους νευρωτικούς, με σπασμένα νεύρα και στομάχια. Κι επιπλέον, ανθρώπους καταθλιπτικούς που δεν χαμογελούν και δεν χαίρονται. Που αποκόπτονται από τους πάντες, πολλοί δε και από τα ίδια τους τα παιδιά. Και όχι, αυτό δεν συνέβαινε παλιά, ακόμα και τότε που το τσουκάλι ήταν άδειο σε πολλά σπιτικά.
Πλέον οι άνθρωποι τρέχουν πανικόβλητοι να ξοδέψουν τον μισθό τους – συν το δώρο! – μέσα σε ελάχιστες μέρες, θεωρώντας ότι ίσως έτσι εξαγοράζουν λίγη ευτυχία. Ευτυχία της μιας μέρας δηλαδή, της παραμονής, γιατί την επόμενη μέρα ξυπνούν βαρυστομαχιασμένοι και βαριεστημένοι.
Ζήτω λοιπόν το 2026, όπως ζήτω κάποτε για το 1960, το ’70, το 2000.
Κι αυτό το διθυραμβικό «ήρθε ο νέος με τα δώρα, με τραγούδια, με χαρά», αντέχει μόνο για μερικές μέρες.
Σε διεθνές επίπεδο, εξακολουθεί να σφάζεται ο πλανήτης, να σχηματίζονται εκατόμβες νεκρών, να έχει μηδενική αξία η ζωή. Το έχουν πει άλλωστε πολλές φορές οι ισχυροί: παράπλευρα θύματα!
Δεν χρειάζονται προφητείες της Πυθίας για να σκεφτούμε ότι θα έρθουν στην πορεία των χρόνων νέοι πόλεμοι όχι μόνο για τις πρώτες ύλες χωρών αλλά – ξανά φευ – για το νερό. Το νερό που λέμε ήδη νεράκι.
Στρατιές ολόκληρες οι άστεγοι, οι πεινασμένοι, οι διωγμένοι, οι κατεστραμμένοι. Κι όποιος βλέπει μια διαφορετική πραγματικότητα κερδίζει χρυσούν ωρολόγιον, το οποίο βέβαια μπορούν αργότερα να σκοτώσουν σε κάποιο από τα εκατοντάδες ενεχυροδανειστήρια που εξακολουθούν να κάνουν χρυσές δουλειές πάνω σε φτωχά κόλλυβα.
Καμιά αντίρρηση: το κείμενο δεν είναι φανταχτερό, όπως αρμόζει στο έμπα ενός καινούργιου χρόνου. Αλλά μπας κι αυτός ο χρόνος είναι πολλά υποσχόμενος ή έστω… λίγο;
Δεν είναι όμως και πεσιμιστικό, όπως ίσως φαίνεται. Κι αφού όλα εξελίσσονται ραγδαία, αφού δεν μπορούμε να αλλάξουμε πολλά, ας φροντίσουμε για τα λίγα. Ζεστή καρδιά και ενσυναίσθηση για να γίνουν τα πράγματα λίγο πιο ανεκτά. Κι αφού ρίξουμε – επιτέλους – βάρος στα παιδιά, να πάψουμε να σκοτωνόμαστε για τον… Καποδίστρια τώρα, τον Σαββόπουλο χθες, τον Νταλάρα πιθανώς αύριο. Πεδίο μάχης λαμπρό! Να αφήσουμε και τίποτα να πέσει κάτω βρε αδελφέ.
Καλή χρονιά λοιπόν, με περισσότερη εσωτερική ματιά ο καθένας για τον εαυτό του…







