Το «Tick, Tick… Boom!» του βραβευμένου με Πούλιτζερ και Τόνι συνθέτη και στιχουργού Τζόναθαν Λάρσον, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε παραγωγή της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Με φόντο τη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του 1990, το έργο καταγράφει τον φόβο του χρόνου που περνά, την ανάγκη για δημιουργία και την πίστη ότι, παρά τα εμπόδια, αξίζει να κυνηγάς το πάθος σου. Πριν αφήσει το ανεξίτηλο σημάδι του με το εμβληματικό ροκ μιούζικαλ «Rent», ο Νεοϋορκέζος Λάρσον (1960 – 1996) έγραψε το «Tick…» ως προσωπικό μουσικό ημερολόγιο ενός νεαρού δημιουργού που αγωνίζεται να βρει τη θέση του στον κόσμο του μουσικού θεάτρου. Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται ο Τζον, ένας επίδοξος συνθέτης που φέρει το όνομα του δημιουργού του και παλεύει να ολοκληρώσει το έργο που φιλοδοξεί να τον καθιερώσει, ένα μιούζικαλ επιστημονικής φαντασίας με τίτλο «Superbia». Η σύντροφός του, η χορεύτρια Σούζαν, σκέφτεται να αφήσει τη Νέα Υόρκη· ο φίλος του, ο Μάικλ, έχει ήδη παρατήσει την υποκριτική για τη σταθερότητα μιας εταιρικής καριέρας. Στην ελληνική εκδοχή του, το μιούζικαλ παρουσιάζεται σε μετάφραση κειμένου και απόδοση στίχων της Τζούλιας Διαμαντοπούλου, μουσική διεύθυνση του Μιχάλη Παπαπέτρου και σκηνοθεσία της Εμιλυς Λουίζου, η οποία μιλάει στο «Νσυν». Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ταλαντούχοι Πάρις Παρασκευάδης (Τζον), Αργύρης Λάμπρου (Μάικλ), Δανάη Βασιλοπούλου (Σούζαν).
Ποιος είναι ο κόσμος που περιγράφει το έργο και σε ποια εποχή επιστρέφουμε; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της που αναδύονται μέσα από την παράσταση;
Το έργο περιγράφει τη Νέα Υόρκη το 1990. Ο Λάρσον απεικονίζει τις δυσκολίες τριών νέων να βιοποριστούν λόγω της τρελής ακρίβειας και της καινούργιας στεγαστικής κρίσης – ειδικά ως καλλιτέχνες. Συνδυαστικά με την κρίση που φέρνει η πανδημία του AIDS, το έργο καταφέρνει αριστοτεχνικά και χωρίς να γίνεται ποτέ περιγραφικό, να πιάσει τον παλμό των τριών χαρακτήρων τη στιγμή που νιώθουν να πιέζονται τόσο από τους εξωγενείς παράγοντες, που ωθούνται σε ακραίες συμπεριφορές και αποφάσεις. Και τελικά η επιτυχία του έργου είναι ότι τα κομβικά διλήμματα των τριών χαρακτήρων είναι τόσο γνώριμα και επίκαιρα σήμερα, που μας βοήθησε να στήσουμε μια παράσταση που πιστεύω θα αγγίζει ιδιαιτέρως τα νέα παιδιά στην Αθήνα του σήμερα.
Πιστεύετε ότι μέσα από την προσωπική ιστορία του πρωταγωνιστή θα ταυτιστεί η σημερινή γενιά των τριαντάρηδων; Και σε ποιο επίπεδο;
Απολύτως! Σίγουρα όσον αφορά τη δυσκολία να βιοποριστεί σε μία μεγάλη πόλη η οποία ξέρει μόνο να παίρνει, και σπανίως να δίνει πίσω. Ο Τζον, ο πρωταγωνιστής, παλεύει να ξεκλέψει χρόνο από την καφετέρια όπου δουλεύει service ώστε να εξελίξει το μιούζικαλ που γράφει τα τελευταία πέντε χρόνια. Πώς όμως γίνεται κάποιος που έχει δουλέψει 10 ώρες σε άθλιες συνθήκες, να γυρίσει σε ένα σπίτι – το οποίο επίσης είναι άθλιο – και να βρει τη δύναμη να συγκεντρωθεί και στην τέχνη του; Η στεγαστική κρίση στις μεγάλες πρωτεύουσες ωθεί τους νέους σε επαγγελματικές επιλογές που δεν τους εκφράζουν, αλλά που είναι δυστυχώς αναγκαστικές. Ετσι και ο κολλητός του Τζον στο έργο, παρατάει το όνειρό του για μια πορεία στο θέατρο και βρίσκει μια “σταθερή” δουλειά σε μια διαφημιστική εταιρεία. Ολα αυτά εννοείται εντείνονται από το κατώφλι των “30”… γιατί θέλοντας και μη, στενεύουν τα όρια και οι ανοχές του καθενός! Η ταύτιση άρα με τη σημερινή γενιά των τριαντάρηδων – στους οποίους μόλις εισήλθα κι εγώ! – είναι δυστυχώς μεγάλη.
Τι ρόλο παίζει ο ρυθμός και το χιούμορ του πρωτότυπου κειμένου για το ανέβασμα μιας τέτοιας παράστασης;
Κομβικό ρόλο! Είναι σπουδαίος ο ρυθμός αυτού του έργου, και σπουδαίο το κατόρθωμα της Τζούλιας Διαμαντοπούλου που έκανε τη μετάφραση και έχει αποδώσει το χιούμορ με τόσο πετυχημένο τρόπο. Σκηνοθετικά πάτησα πολύ στις γρήγορες εναλλαγές του έργου, τις απότομες στροφές που κάνει από μία «σοβαρή», σε μία τελείως χιουμοριστική σκηνή. Αυτές τις παράλογες «στροφές» που κάνει συχνά η ζωή, και τη μια πετάς στα ουράνια ενώ την αμέσως επόμενη τρως χαστούκι! Είναι στοίχημα, και εξαιρετικά δύσκολο, για ένα έργο να μπορεί να κάνει μέσα σε 90 λεπτά το κοινό να γελάσει, αλλά και να συγκινηθεί. Πιστεύω ότι το «Tick, Tick… Boom!» το πετυχαίνει αυτό. Καταφέρνει να σε διασκεδάσει, να σε παρασύρει σε ένα σωρό συναισθήματα και τελικά να σε κάνει να γιορτάσεις τη δύναμη της φιλίας.
Τι θέλατε εσείς προσωπικά να προσέξετε ιδιαίτερα κατά το ανέβασμα του έργου ή όσον αφορά την τελική όψη και τον ρυθμό του λόγου;
Το προσωπικό μου στοίχημα είναι να μπορεί η παράσταση να σταθεί με επιτυχία ως ένα μιούζικαλ – πρόταση. Εννοώ ότι όπως ο δημιουργός του δεν ήθελε απλώς να γράψει άλλο ένα συμβατικό μιούζικαλ σαν τα παραδοσιακά μιούζικαλ του Broadway, έτσι κι εμείς έχουμε επιχειρήσει να φτιάξουμε μια παράσταση που συνδυάζει στοιχεία συναυλίας, με θέατρο, με φάρσα και άρα το τελικό αποτέλεσμα να μοιάζει τόσο στην όψη όσο και στην αίσθηση με κάτι διαφορετικό από αυτό που μπορεί να περιμένει ο θεατής! Στο κάτω κάτω, κι εγώ ως σκηνοθέτις δεν ειδικεύομαι στο μιούζικαλ, ούτε και επέλεξα να συνεργαστώ με μία χορογράφο που ειδικεύεται στο μιούζικαλ. Αντιθέτως, επέλεξα να έρθει στο πρότζεκτ η Ιόλη Φιλιππακοπούλου, συνεργάτις μου εδώ και πολλά χρόνια με πολυετή εμπειρία στην κίνηση και στο θέατρο. Οπότε και όλη η προσέγγιση είναι πολύ πιο θεατρική και «ελεύθερη»!






