Αλήθεια, υπάρχει έστω και μια στιγμούλα μέσα στον χρόνο που αναλογιζόμαστε από πού ερχόμαστε και μέσα σε ποιες συνθήκες δημιουργήθηκαν οι συνήθειες, τα ήθη, η λογική, οι εμπνεύσεις μας; Ο Λαέρτιος αναφέρει πως κάποτε ο Διογένης ο κυνικός, που κατοικούσε μέσα σε ένα σπασμένο πιθάρι και έτρωγε, κόβοντας σύκα από ένα δέντρο που ρίζωνε στο πεδίο του, είχε εγκαταστήσει το «νοικοκυριό» του κοντά στον Ιλισό και με ένα σπασμένο αγγείο που είχε ψαρέψει από τα σκουπίδια αντλούσε νερό και έπινε από το ποτάμι.
Ενα πρωί που λιαζόταν έξω από το πήλινο σπίτι του, μια παρέα από χαρούμενα παιδιά κατηφόριζαν, ακολουθώντας την κοίτη του ποταμού. Μερικά ξυπόλητα πλατσούριζαν, μπαίνοντας στη ροή του ποταμού. Μερικά ιδρωμένα από τον καλοκαιρινό ήλιο και το παιχνίδι, διψώντας, έσκυβαν και με τη φούχτα αντλούσαν νερό και πίνανε. Ο Διογένης άρχισε, βλέποντάς τα, να κακίζει φωναχτά τον εαυτό του, κατηγορώντας τον για τάση προς τον πολυτελή βίο. Τι άραγε του χρειαζόταν το σπασμένο αγγείο για να αντλήσει νερό, αφού μπορούσε να ξεδιψάσει, κάνοντας δοχείο τη φούχτα του;
Εκτοτε η ανθρωπότητα, λοιδορώντας τον πρωτογονισμό του κυνικού, γέμισε τα τραπέζια, τα ντουλάπια και τα ψυγεία, τις βιτρίνες των σκαλισμένων επίπλων με ποτήρια, αγγεία, που χρησιμοποιούνται σε καθημερινή χρεία, σε επίσημες τελετές, στις εκδρομές και στις εκστρατείες, στα χαμόσπιτα και στα παλάτια για να πίνουν νερό, κρασί, ηδύποτα οι διψασμένοι άνθρωποι. Αυτό, με λίγα λόγια, ονομάζουμε «πολιτισμό» και δεν είναι μόνο αυτό που συνήθως λέγεται «υλικός πολιτισμός», που προικίζει τον άνθρωπο με εργαλεία. Οταν στερώ για να τιμωρήσω ως δάσκαλος έναν μαθητή από το νερό και τον υποχρεώνω να λυσσάξει από τη δίψα, όταν μοιράζω με το σταγονόμετρο νερό στον φυλακισμένο, και μάλιστα ορισμένη ώρα, όταν στερώ μια πόλη, μια χώρα, αλλά και μια κατοικία από το νερό για να την τιμωρήσω, να την υποχρεώσω να συμβιβαστεί ή να παραδοθεί ή να μετανοήσει για τις πράξεις της, όταν, για να υποχρεώσω μια ανθρώπινη ομάδα, πόλη, τάξη, να αρνηθεί τις ιδέες της, τις ανάγκες της, τις διεκδικήσεις της, τους στερώ το νερό, όλα αυτά δεν είναι απλώς η στέρηση από ένα εργαλείο, ένα μέσο, ένα υλικό προϊόν. Είναι ηθική καθυπόταξη και, συχνά, ιδεολογικό όπλο εναντίον του εχθρού, του αντιφρονούντος ή του διεκδικητή των δικαιωμάτων του.
Ο μεγαλοφυής Αισχύλος, αντλώντας σίγουρα αφηγήσεις από τους επικούς (τον Ομηρο, τον Ησίοδο) στον «Προμηθέα Δεσμώτη» αναφέρει πως ο αποστάτης εκείνος ημίθεος είχε προσφέρει στον άνθρωπο, που ζούσε σαν τα τυφλά μυρμήγκια στα σπήλαια, τη συνείδηση της ιστορίας, άρα τη δυνατότητα να επεμβαίνει στη φύση και να τη χρησιμοποιεί ως εργαλείο. Τα τυφλά, σπηλαία ζώα έπιναν νερό από τον καταρράχτη, τη νεροσυρμή, ακολουθώντας το ένστικτο που ειδοποιούσε τη δίψα. Ο Προμηθέας στην παραβολή του ποιητή εξηγεί πως πάλι έπινε νερό, αλλά ήξερε πώς, πότε, γιατί, προς τι και χάριν τίνος. Ηξερε να διεκδικεί το δικαίωμα στη χρήση του ύδατος, να το στερεί από τον εχθρό και, βέβαια, να το χρησιμοποιεί ως υλικό εργαλείων και μεθόδων επέμβασης στη φύση. Ενα πηγάδι δεν είναι μόνο για ξεδίψασμα. Ποτίζεις, αποθηκεύεις για περιόδους ανυδρίας, το δηλητηριάζεις, αν πρόκειται να περάσει σε λίγο από κει ο εχθρικός, διψασμένος στρατός και, συχνότατα, σε εποχές ανυδρίας, το πουλάς σε κείνους που στέρεψαν τα πηγάδια τους ή δεν μερίμνησαν να έχουν πηγάδια ή ντεπόζιτα για την ώρα της ανάγκης.
Ο κυνικός Διογένης με την πράξη του, να πετάξει στα σκουπίδια τον πάτο του σπασμένου αγγείου που έπινε νερό και να ξαναγυρίσει στο πρώτο εργαλείο του ανθρώπου, στο χέρι του, στη φούχτα του, που γίνεται φτυάρι, με τη γροθιά σφυρί, με ανοιχτά τα δάχτυλα τσουγκράνα, με ανοιχτή παλάμη σκίαστρο στα μάτια απέναντι στον καυτερό ήλιο και με το δάχτυλο τεντωμένο κατσαβίδι ή μέσο διείσδυσης σε στενωπό. Βέβαια, για να επιστρέψουμε στον Διογένη, εκτός από ποτήρι και μαχαίρι, και πιρούνι και κουτάλι.
Ο κυνικός Διογένης με την αυθόρμητη πράξη του έκανε ένα βαρυσήμαντο σχόλιο για την ιστορία του πολιτισμού. Αυτό το χέρι που, ως φούχτα, έγινε δοχείο νερού, ως γροθιά, γίνεται όπλο, αμυντικό, αλλά και επιθετικό. Η γροθιά εξελίχθηκε σε ρόπαλο, σε βέλος, σε οβίδα, σε βόμβα. Μια προέκταση και συνέχεια στο άπειρο είναι το χέρι μας. Εξάλλου, στη γλώσσα μας, για χειρισμούς μιλάμε, χειρονομίες, χειραγώγηση, χειρισμό, χειροκρότημα, χειρωναξία, χειροτονία, χειρομαντεία, χειροποίητο, χειρόκτιο, χειρολαβή. Ο υλικός, όπως ονομάστηκε, πολιτισμός, η τεχνική και οι ποικίλες χρήσεις της είναι εξελίξεις του ανθρώπινου χεριού. Αυτό, εξάλλου, ονομάστηκε «Προμηθεϊκό πνεύμα».
Από την άλλη, η προσέγγιση του Πλάτωνα, ιδιαίτερα στην αριστουργηματική αφήγηση του μύθου του σπηλαίου, λες και επικοινωνεί και διαλέγεται με τον Αισχύλο, μας επαναφέρει πάλι στη ζωή των σπηλαίων, όπου ο άνθρωπος καθηλωμένος υποχρεούται να βλέπει προς το βάθος της σπηλιάς, «απολαμβάνοντας» (!) ένα δρώμενο σκιών, ώσπου, σπάζοντας, τα δεσμά του και ανεβαίνοντας στο στόμιο της σπηλιάς, ανακαλύπτει πως οι σκιές που έβλεπε ήταν τα είδωλα ενός κουκλοθεάτρου που φωτιζόταν από τον ήλιο (ήλιου της δικαιοσύνης, τον νοητό!). Αρα ζούσε καθηλωμένος και ατένιζε είδωλα ειδώλων, αφού το μόνο αληθές ήταν ο ήλιος. (Κατακαημένε Ντεριντά, που έζησες με την ψευδαίσθηση πως ανακάλυψες, με τον «Καθρέφτη και το είδωλό του», κάτι πρωτότυπο, ενώ ψωμιζόσουν με το καρμπόν). Ο Αισχύλος στον «Προμηθέα», εκτός των άλλων προσφορών του ημίθεου στον άνθρωπο (γραφή, αριθμούς, μαντεία, εμπόριο, ημέρωμα των ζώων) αναφέρεται και στα φάρμακα που γλίτωσαν τους αρρώστους από φοβερές αρρώστιες.
Στη σημερινή, τραγική συγκυρία που ο κόσμος όλος χειμάζεται από έναν άγνωστο παράγοντα διάλυσης του ζωτικού ιστού, άρα μηχανισμού προς θάνατον, το Προμηθεϊκό πνεύμα αναμένουμε να φωτίσει ξανά τη σκοτεινή σπηλιά με τα άλυτα μυστήρια. Και όταν η οργανωμένη κοινωνία, με τους ειδικούς της, μας συμβουλεύει να θυμηθούμε για λίγο, έστω, τη φούχτα του Διογένη, μας πιάνει πανικός, ενώ περιμένουμε από τους επιστήμονες να αποκωδικοποιήσουν άλλη μια φορά τους μηχανισμούς της φύσης για να ανακαλύψουν πού έγινε η «στραβή» και διαταράχθηκε η ισορροπία και επικράτησαν πάντα φυσικές δυνάμεις (οι ιοί, φυσικές οντότητες είναι, όπως τα μικρόβια, τα ζωύφια, τα λιοντάρια, οι αετοί και ο Προμηθέας!!) που ανέτρεψαν αυτή την ισορροπία. Δεν κατάλαβα γιατί απορούμε που ο ενσκήψας κορονοϊός δεν μας παραδίδει αμαχητί τον κώδικά του, ώστε να τον πολεμήσουμε. Γιατί, γνωρίζουμε, άραγε, τους κωδικούς που προκαλούν και πότε τους σεισμούς, τις πλημμύρες, τα τσουνάμια, τα ηφαίστεια, τους καρκίνους και την τρέλα;
Πολύ σωστά έχει ειπωθεί πως θαυμάζουμε την επιστήμη για ό,τι ως τώρα ανακάλυψε για να βοηθήσει την ανθρωπότητα, αλλά, συνάμα, την κατηγορούμε για ό,τι δεν ανακάλυψε ακόμα. Οταν διαμαρτυρόμαστε, γιατί οι Αρχές μάς περιορίζουν για λίγο ή πολύ, τη διακίνησή μας σε ένα νοσηρό τοπίο, όπου καιροφυλαχτεί ο θάνατος, θα πρέπει να σκεφτόμαστε πως για αιώνες πολλούς ο άνθρωπος δεν είχε τα σημερινά εφόδια βίου, τα μέσα συγκοινωνίας και επικοινωνίας, την πρόσβαση στην παγκόσμια γνώση, τη δυνατότητα μακροβιότητας και τις συνθήκες υγιεινής ζωής.
Ο Ομηρος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Κικέρων, ο Γαλιλαίος, ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε, ακόμα και ο γιατρός Τσέχοφ (που πέθανε νέος) μας κληροδότησαν ένα εξαίσιο και μοναδικό έργο. Ο Νίτσε κυκλοφορούσε με άμαξα, όπως και ο Ιψεν. Ας ξαναγυρίσουμε, έστω για τις κρίσιμες μέρες εγκλεισμού, στο χέρι μας, στην πένα και στο χαρτί και ως τυχεροί στο Διαδίκτυο, και ας θέσουμε από την αρχή τα μεγάλα ερωτήματα: Από πού έρχομαι, που πάω και τι πράττω εν τω μεταξύ;
- K. Τσιάρας: Η κυβέρνηση έχει ήδη λάβει μέτρα στήριξης – Σήμερα το κρίσιμο ραντεβού με τους αγρότες
- Θρήνος στην Ισπανία: «Εξαιρετικά περίεργο το δυστύχημα» – Στους 39 οι νεκροί, πάνω από 400 άτομα επέβαιναν στα δυο τρένα
- Η «φωλιά» των πλουσίων: Η πόλη με τους περισσότερους δισεκατομμυριούχους στον κόσμο







