Την ημέρα που συναντηθήκαμε με τον Χρήστο Νικολόπουλο, είχε ανακοινωθεί η λίστα των επαγγελματιών που πρέπει να έχουν POS. Ανάμεσά τους και αυτό του… στιχουργού! Δεν ξέραμε αν πρέπει να γελάσουμε ή να κλάψουμε, πάντως ο συνθέτης και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού έχει ακούσει και περάσει και χειρότερα. Με μεγάλη πορεία στη νύχτα και την ημέρα του ελληνικού τραγουδιού, με αμέτρητα σουξέ, με μια αδιανόητη ευκολία στο γράψιμο μουσικής, με χιλιάδες συμμετοχές ως εκτελεστής σε δίσκους άλλων, με 2.000 κυκλοφορημένα τραγούδια στο ενεργητικό του και με εκείνη την παροιμιώδη ψυχραιμία όταν μιλά, τα είπαμε σε καφέ στον Αγιο Σώστη της Συγγρού, απέναντι από κει (μιλώ για την περίφημη Τριάνα του Χειλά) όπου πρωτοεμφανίστηκε με τον Στέλιο Καζαντζίδη, νέο παιδί από την επαρχία, στα μέσα του 1960. Σήμερα, παππούς τεσσάρων εγγονιών, εμφανίζεται στο Περιβόλι του Ουρανού, κάνοντας την επιλογή να ηγείται ενός σχήματος – σε μια εποχή που οι μπουζουξήδες έχουν ρόλο διακοσμητικό, όπως ο ίδιος σημειώνει. Μιλά για τα πάντα, τις συνεργασίες του, τα κέντρα, τη νύχτα τότε και σήμερα, τη ρήξη του με τον Καζαντζίδη, τις συνεργασίες του και με τους έτερους μεγάλους του μεταπολεμικού τραγουδιού (Γαβαλάς, Μπιθικώτσης, Αγγελόπουλος κ.ά.), τη βιογραφία του «Η ζωή μου… τα τραγούδια μου» που έγραψε ο αφοσιωμένος ερευνητής και συγγραφέας Κώστας Μπαλαχούτης, τα όνειρα και τις πίκρες του σε μια εποχή που το τραγούδι μετεωρίζεται ως δευτερεύον προϊόν και όχι ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό και παρακολούθημα της ζωής.

Σήμερα, κύριε Νικολόπουλε, σε ποιανού τα χέρια βρίσκεται η νύχτα;

Ηταν μια περίοδος που ήταν αρχηγοί οι συνθέτες, τώρα οι τραγουδιστές είναι αυτοί που τραβάνε, οι αρχηγοί, και αυτοί που διαλέγουν και τους υπόλοιπους.

Κι εσείς;

Εγώ εδώ και πολλά χρόνια κατάφερα να φύγω από αυτό το καπέλο. Αυτό το πρωτοξεκίνησα το 1985 στο κέντρο Νταλίκες – από τότε σκέφτηκα ώριμα. Είχα βέβαια να παρουσιάσω επιτυχίες και δικές μου.

Πώς το σκεφτήκατε;

Είπα να κάνω αυτό που έκαναν παλιά ο Χιώτης και άλλοι. Και πέτυχε το σχέδιο. Τότε ξεκινήσαμε με την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Ηταν έτοιμη για αποχώρηση από την Οπισθοδρομική Κομπανία. Την έπεισα εγώ και ήλθε. Πήρε τα πάνω της – όχι εξαιτίας μου, το άξιζε. Αυτό μου έκανε καλό αφού κατάλαβα πως οι συνθέτες και οι δεξιοτέχνες έχουν την αξία τους. Και το όργανο παίζει ρόλο, το μπουζούκι, που είναι αρχηγικό. Δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό ένας οργανίστας. Αρα από το ’85 δεν το σταμάτησα, απλώς κάποιες φορές συμμετείχα σαν μονάδα πάλι, παίζοντας τα τραγούδια ή συνοδεύοντας τραγουδιστές πάντα στα τραγούδια μου. Εδώ και τρία χρόνια γίνεται αυτό. Βρήκα έναν χώρο – το Περιβόλι του Ουρανού – που μου αρέσει πολύ, το κυριότερο είναι ότι έχω τη δυνατότητα να διαμορφώνω το πρόγραμμα και να μην είναι κονσέρβα.

Λαϊκό πάντα…

Ναι, βέβαια, είμαι πολύ κολλημένος. Βάζω όμως και καλά τραγούδια σημερινά.

Πείτε ένα.

«Επιστροφές καταστροφές», «Φεγγάρι μου χλωμό». Εγώ και κάποιοι άνθρωποι έχουμε την εμπειρία, επειδή βιώσαμε πολύ τη νύχτα πέραν του κοινωνικού στοιχείου, να αισθανόμαστε τι ακριβώς περνάει στον κόσμο.

Υπάρχει μυστικό σε αυτό;

Υπάρχει ένας τρόπος, στη σειρά των τραγουδιών, ξέρω τι πρέπει να ακολουθήσει και πού θα το πάω.

Εννοώ το σουξέ.

Είναι μια άλλη ιστορία το σουξέ. Δεν το διαισθανόμασταν πάντα αμέσως, εκτός από κάποιες κραυγαλέες περιπτώσεις όπως οι «Ψίθυροι καρδιάς» που έκανα. Είχε γραφτεί για το σίριαλ, που άρχισε να παίζεται τον Οκτώβριο. Θα κάναμε τον δίσκο των τραγουδιών της σειράς τα Χριστούγεννα. Μόλις όμως βγήκε η τηλεοπτική σειρά, πήγαινε ο κόσμος και το ζήταγε στα δισκάδικα.

Ενα που δεν θα γινόταν σουξέ, αλλά έγινε, θυμάστε;

Το «Με το στόμα γεμάτο φιλιά». Ηταν ένατο στη σειρά, βάζαμε στη σειρά τότε πρώτο αυτό που ποντάραμε. Εγινε και σύνθημα σε γήπεδα. Επίσης οι «Νταλίκες». Το επισήμανε η γυναίκα μου, εγώ δεν το είχα να το βάλω σε δίσκο.

Μυστήριο πράγμα το σουξέ.

Πολύ μυστήριο. Τώρα βέβαια δεν υπάρχουν τα μέσα για να υπολογίσεις κάτι. Σήμερα, ας πούμε, τα ραδιόφωνα που αναδεικνύουν τα τραγούδια σε επιτυχία δεν έχουν ακριβώς αυτήν τη δυνατότητα. Για παράδειγμα, έχουν κολλήσει σε μια ψευτοκουλτούρα, νομίζουν όλοι αυτοί πως είναι οι πατέρες που ξέρουν τι θα περάσει. Λένε πως το μπουζούκι βαραίνει το κάθε τραγούδι. Δίνουμε την ψυχή μας και ούτε το ακούνε.

Ζήσατε κέντρα, δισκογραφία, την κλασική εποχή. Σήμερα υπάρχει αυτή η σειρά;

Υπάρχει με διαφορετικό τρόπο.

Η νύχτα;

Και τώρα μία ημέρα την εβδομάδα εργάζονται οι περισσότεροι – και εκεί θα μείνει. Εμείς οι μουσικοί την κρίση τη βιώναμε πάντα πρώτοι. Μέχρι το 2002 δουλεύαμε εξαήμερα, μετά άρχισε να αλλάζει, μέχρι που έφτασε διήμερα. Δουλεύαμε τη μία μέρα για να πληρωθούν οι μουσικοί και την άλλη για εμάς. Εμείς εμφανιζόμαστε τρεις ημέρες, ευτυχώς, στο Περιβόλι.

Είστε πρώτη γραμμή, υπενθυμίζετε το μπουζούκι σαν να θέλει να μην ξεχαστεί…

Πάντα υπήρχε αυτό, να ξέρεις, μια εποχή ήταν λίγο ανοιχτοί, μετά το 1980. Μετά το 2000 πάλι άλλαξε.

Τώρα;

Και παλιά βέβαια συνέβαινε. Τότε που ξεκινούσα εγώ, μάθαινα τραγούδια από τα τζουκ μποξ. Από το χωριό μου, το Καψοχώρι Ημαθίας, ήλθα στην Αθήνα ώριμος, ακουσμένος. Εμαθα πολλά γιατί δούλεψα στου Μανωλιά, κι έμαθα το ρεπερτόριο της Αθήνας με τον ρεμπέτη Γιάννη Κυριαζή.

Παίζονταν τότε, αρχές του 1960, λαϊκά;

Υπήρχαν η ΕΡΤ και η ΥΕΝΕΔ, δύο κρατικοί σταθμοί. Αυτοί έπαιζαν ελαφρά τραγούδια, Χατζιδάκι. Αρχισαν να ακούγονται λαϊκά όταν οι εταιρείες άρχισαν να αγοράζουν χρόνο για διαφημιστικά. Οταν έγινε η ελεύθερη ραδιοφωνία, είπαμε «μπράβο». Τζίφος, μετά δημιουργήθηκαν οι παρέες, τα συμφέροντα, η διαφήμιση που συνδέεται με το έντεχνο.

Πώς γίνεται να πουλάει το λαϊκό και να το θάβουν;

Δεν μπόρεσα να το καταλάβω ποτέ. Εμαθα για ακροαματικότητα ενός λαϊκού σταθμού που είχε διπλάσια από έντεχνου σταθμού, κι όμως δεν ήταν βιώσιμο και μετά το κλείσανε! Συνδέσανε το λαϊκό με το σκυλάδικο. Το μπουζούκι όμως ήταν πάντα παρόν στις πιο χρυσές εποχές του ελληνικού τραγουδιού. Θα σου πω και κάτι άλλο. Ο κύριος Μάτσας έβγαζε πολλά λεφτά από τα λαϊκά και με τα λεφτά αυτά έκανε πειραματισμούς, έβγαζε π.χ. τον Λοΐζο. Ο δε Μάνος ήταν αυτός που καθιέρωσε την πληρωμή των μουσικών με την ώρα και ο Μάτσας το δέχθηκε.

Ο Λοΐζος, ε;

Ο Χατζιδάκις ήταν ο πρώτος για την ακρίβεια, αλλά ο Μάνος ήταν αυτός που το καθιέρωσε. Μπορούσε βέβαια να είναι δύο ημέρες σε στούντιο και να μη γράφει κανένα τραγούδι, οι μουσικοί όμως ήταν εκεί. Σήμερα δεν υπάρχει δισκογραφία. Εγώ κάνω μόνος μου παραγωγές, έχω το στούντιό μου.

Η διανομή;

Δεν υπάρχουν πια δισκάδικα. Το κάνουμε για λόγους προσωπικής ικανοποίησης. Η διανομή είναι σε είκοσι χώρους.

Εχει αλλάξει πολύ το τραγούδι. Πού πάει;

Τζάμπα είναι, εμείς το δημιουργούμε, δεν μπορώ να προβλέψω. Το θέμα είναι πως δεν μπορεί να επιζήσει το ελληνικό τραγούδι, δεν μπορούμε να ζήσουμε από αυτό, μιλώ για δισκογραφία. Τώρα είχαμε και την καταστροφή της ΑΕΠΙ. Βρεθήκαμε σε κενό.

Τώρα;

Υπάρχει μια έκτακτη υπηρεσία, η ΕΥΕΔ. Μας δίνει δικαιώματα, μα σε καμία περίπτωση όπως παλιά. Ο κόσμος νομίζει πως το τραγούδι το φέρνει ο αέρας, ενώ δεν είναι έτσι. Ευελπιστούμε πως στο μέλλον θα γίνει κάτι, αν εφαρμοστούν και οι νόμοι για ιντερνετική χρήση, δεν έχει γίνει ακόμη τίποτε. Το παράδοξο είναι πως στις συναυλίες ο κόσμος τρελαίνεται μόλις ακούει λαϊκό.

Γράφετε;

Τελείωσα μόλις δίσκο με Στέλιο Διονυσίου και Φίλιππο Γράψα. Σε κάνα μήνα βγαίνει. Εκανα κι έναν δίσκο με τη Ζωή Παπαδοπούλου σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου. Δεν υπάρχει πια οικονομική απολαβή. Κάποια όνειρά μου τα εκπληρώνω βέβαια, όπως να γράψω με τη Λίνα.

Γιατί;

Μου αρέσει πολύ. Είναι ιδιαίτερη στη γραφή της. Δεν γράφει με πλαφόν ομοιοκαταληξίες, όπως ο Ρασούλης. Εγραφε λοξά.

Αυτό σας ιντριγκάρει να γράψετε και καλύτερη μουσική;

Βέβαια. Τότε που γράφαμε με τον Ρασούλη ουσιαστικά παντρεύτηκε ο μυστήριος στίχος με τη λαϊκή μουσική.

Πώς αλήθεια γνωρίσατε τον Ρασούλη;

Με φώναξε ο Γιώργος ο Κοντογιάννης να παίξω στα «Δήθεν» των Ξυδάκη – Ρασούλη. Εγώ στα ντουζένια μου τότε. Εκεί που πήγα, τα συμμάζεψα κιόλας, είχα εμπειρία, εκεί γνωριστήκαμε. Μετά αρχίσαμε λίγο παρέα, ήταν εξερευνητικός ο Μανώλης, να δει τι είναι ο άλλος. Λίγο μετά τους γνώρισα και τον Καζαντζίδη. Τρελαθήκανε. Είχε γράψει ο Μανώλης ένα τραγούδι με άλλη μουσική για εκείνον.

Ποιο;

«Το πιο παράξενο τραγούδι που έχω πει» το έφτιαξε για τον Καζαντζίδη, αλλά τότε δεν τραγούδαγε ο Στέλιος και το είπε ο Τερζής με άλλη μουσική. Ενα διάστημα τσακωθήκαμε με τον Ρασούλη, τότε υπήρξαν κάποιες ρήξεις. Ηταν το σωματείο της ΕΜΣΕ, νομίζαμε πως θα αλλάζαμε τον κόσμο. Ηταν και ο Ρασούλης μαζί μας και άλλοι, δυστυχώς όμως από κάποιους, λόγω κακής λειτουργίας της ΕΜΣΕ, διασπαστήκαμε. Τότε ο Νταλάρας ήταν μεγάλη δύναμη, είχε δημιουργηθεί θέμα, πώς ένας τραγουδιστής γεμίζει γήπεδα. Και ήταν μία από τις αιτίες που φύγανε κάποιοι δημιουργοί. Εμείς στηρίξαμε νόμο για συγγενικά δικαιώματα, αυτοί δεν θέλανε να υπάρχει, θέλανε να ορίσουν το τραγούδι τους. Κάποιοι δημιουργοί μάς κάνανε απαγορεύσεις.

Και σε εσάς;

Ο Μανώλης μού απαγόρευσε να παίζω το «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε». Οταν ξανασμίξαμε, τα θυμόμασταν και γελάγαμε. Μεγάλη φυσιογνωμία.

Εδώ απέναντι ήταν η Τριάνα του Χειλά.

Τι ρόλο είχαν τα κέντρα το ’60;

Εδώ στην Τριάνα ερχόταν και καλύτερος κόσμος, σαλονάτος, είχε δουλέψει χρόνια και ο Χιώτης. Το Φαληρικό όμως ή του Τζίμη του Χοντρού ήταν τα κέντρα του λαού. Δεν ήταν καλή η διασκέδαση πάντως. Υπήρχε παραγγελία. Αρχές ’60. Εχουν γίνει παρεξηγήσεις πολλές. Τώρα είναι καλύτερα σε αυτό. Τώρα γεμίζουν οι πίστες με νέα παιδιά. Υπήρχε τότε βέβαια καλύτερη ευλάβεια από τον κόσμο σε αυτό που άκουγε. Τώρα έχει πολύ θόρυβο.

Στην Τριάνα με ποιους δουλέψατε τότε την πρώτη σας φορά;

Με Ρεπάνη, Μαρινέλλα, Γιάννη Παπαϊωάννου και βέβαια Καζαντζίδη.

Πώς βρεθήκατε εκεί;

Από τον μουσικό Πάνο Ιατρού πήγα συστημένος.

Πώς θυμάστε την πρώτη εικόνα;

Είχα καουμπόικη πόρτα, ήμουν 16 ετών. Μπαίνοντας ακουγόταν ένα όργανο. Λεγόταν «κορδοβόξ», ηλεκτρικό ακορντεόν. Το έπαιζε ένας Γιώργος Καραθανάσης. Οταν μπήκα, έπαιζε τη λεζάντα από το «Αναστενάζω, βγαίνει φωτιά». Ημουν χαμένος στο Διάστημα. Η Ελλάδα δεν αγάπησε άλλο τραγουδιστή από τον Στέλιο. Πράγμα που αυτός δεν το απόλαυσε.

Με τον Μανώλη Αγγελόπουλο πότε δουλέψατε;

Η πρώτη δουλειά που πήγα ήταν με τον Μανώλη στην Καλαμίτσα, πριν πάω με τον Στέλιο. Με σύστησε ο στιχουργός Αλεξάκης, καλοκαίρι του 1964 πήγα. Απεριόριστη φωνή.

Με τον Μπιθικώτση;

Τον γνώρισα στη Φαντασία που ήταν με τους Βοσκόπουλο, Μενιδιάτη, Βογιατζή. Συνεχίσαμε στη χειμερινή Φαντασία στην Κεφαλληνίας, δύο σεζόν μαζί, με μαέστρο τον Μαρκέα. Μεγάλος ο Γρηγόρης και με χιούμορ.

«Δεν ήθελα να μιλήσω στον Καζαντζίδη στο νοσοκομείο»

Κάνατε λάθη;

Κάποιο από τα λάθη μου είναι πως έγραφα πολλά. Μου βγαίνανε εύκολα.

Πόσα έχετε, αλήθεια;

Δυο χιλιάδες δισκογραφημένα. Δεν βρήκα αυτά που έχω παίξει. Υπολογίζω δεκαεννιά χιλιάδες, κυρίως στη Minos.

Πότε υποχωρεί το μπουζούκι;

Μετά το 2000. Ηταν καλά στα 90s. Είναι διακοσμητικό πια το μπουζούκι. Υπάρχουν πολύ καλοί. Ο Χρήστος Γκέκας που συνεργαζόμαστε παίζει παπάδες. Ο Στεργίου, ο Καραντίνης, ο Θανάσης Βασιλάς, εξαιρετικοί, δεν μπορούν να αναδείξουν την αξία τους στα μεγάλα κέντρα. Βλέπεις πως κάθονται σε πέντε τραγούδια χωρίς να παίζουν γιατί έχουν λούπες. Νιώθω τυχερός γιατί έζησα τη χρυσή εποχή. Το στήριζα πολύ το μπουζούκι. Δεν έκανα τραγούδι χωρίς αυτό. Πολλοί μου λένε σήμερα: «Τι μεροκάματο βγάλαμε από τα τραγούδια σου!».

Υστερα από τόσα χρόνια, πώς νιώθετε σήμερα που φτάσατε σε τέτοια ρήξη με τον Καζαντζίδη;

Εχω μαλακώσει. Ηταν τότε οι φριχτότεροι μήνες της ζωής μου. Επρεπε να αντιμετωπίζω και τους καζαντζιδικούς που είχαν παρωπίδες. Οι περισσότεροι δεν ξέρουν πως ο Στέλιος υπέγραψε δύο συμβολαιογραφικές πράξεις, πως μου ζητάει συγγνώμη και πως τα τραγούδια που αμφισβήτησε είναι δικά μου. Δεν χρησιμοποίησα ποτέ αυτές τις πράξεις. Ξέρεις, εγώ δεν στράφηκα εναντίον του, απλώς ζήτησα από το δικαστήριο να μη με βρίζει. Τώρα που είμαι ήρεμος, αν ήξερα πώς θα αντιδρούσε, δεν θα το έκανα.

Μιλήσατε ποτέ μετά;

Κάποια στιγμή έβαλε τον Δημήτρη τον Κάππο, της ΜΒΙ, να με πάρει τηλέφωνο. Με πήρε από το νοσοκομείο να μιλήσω, αλλά δεν ήθελα εγώ πια. Ημουν και πολύ στενοχωρημένος που είχε αρρωστήσει.