Η βρετανική οικονομία υπήρξε για δεκαετίες σύμβολο επιτυχίας στη Δύση. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έως τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η χώρα γνώρισε ισχυρή ανάπτυξη, αυξημένη κατανάλωση και δυναμικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Σήμερα, όμως, το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται αντιμέτωπο με χαμηλή ανάπτυξη, πολιτική αστάθεια, υψηλό κόστος ζωής και έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Πίσω από τις αλλεπάλληλες κρίσεις —το Brexit, τη στασιμότητα της παραγωγικότητας, την ενεργειακή κρίση και τη δημοσιονομική πίεση— η Deutsche Bank εντοπίζει έναν καθοριστικό παράγοντα: τη μακροχρόνια εξάρτηση της οικονομίας από την αγορά κατοικίας. Οι αναλυτές της μιλούν για μια «ασθένεια του τούβλου» που θυμίζει τα μοντέλα υπερβολικής εξάρτησης από τα ακίνητα, όπως αυτά που γνώρισαν χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.
Η εποχή του “wealth effect”
Σύμφωνα με την ανάλυση της γερμανικής τράπεζας, η λεγόμενη «χρυσή περίοδος» της Βρετανίας στηρίχθηκε στο “wealth effect”, δηλαδή στην αίσθηση πλούτου που δημιουργούσε η συνεχής άνοδος των τιμών των κατοικιών. Για χρόνια, οι Βρετανοί έβλεπαν την αξία των ακινήτων τους να αυξάνεται ταχύτερα από τον πληθωρισμό, γεγονός που ενίσχυε την κατανάλωση και την εμπιστοσύνη στην οικονομία.
Η κατοικία μετατράπηκε σταδιακά σε μηχανισμό παραγωγής πλούτου. Οι κυβερνήσεις ενίσχυσαν αυτή τη λογική μέσω πολιτικών υπέρ της ιδιοκατοίκησης και περιορισμού της οικοδομικής ανάπτυξης, δημιουργώντας μια αγορά με διαρκή πίεση προσφοράς. Έτσι, η συνεχιζόμενη άνοδος των τιμών έδινε την ψευδαίσθηση μιας οικονομίας σε διαρκή άνθηση, παρότι η παραγωγικότητα παρέμενε χαμηλή.
Το τέλος ενός μοντέλου
Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, το μοντέλο αυτό έπαψε να λειτουργεί. Η Deutsche Bank σημειώνει ότι οι πραγματικές τιμές κατοικιών —αφαιρουμένου του πληθωρισμού— παραμένουν στάσιμες σχεδόν είκοσι χρόνια, ενώ σε περιοχές όπως το κεντρικό Λονδίνο καταγράφεται πτώση.
Παρά την εντύπωση ότι οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, οι οικονομολόγοι εξηγούν πως ο υψηλός πληθωρισμός εξανεμίζει τα οφέλη. Με άλλα λόγια, τα σπίτια ακριβαίνουν σε λίρες, αλλά όχι σε πραγματική αγοραστική δύναμη.
Η κατοικία έχει πάψει να αποτελεί κινητήρα πλούτου για τη μεσαία τάξη, όπως συνέβαινε τις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Αυτή η μεταβολή, σύμφωνα με τη Deutsche Bank, βρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής οικονομικής απογοήτευσης της χώρας.
Αποκαλυπτόμενες αδυναμίες
Οι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η βρετανική κοινωνία είχε συνηθίσει σε διαρκή αύξηση της αξίας των ακινήτων. Όταν αυτό σταμάτησε, φάνηκαν οι χρόνιες αδυναμίες: χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένες επενδύσεις, στάσιμοι μισθοί και υπερβολική εξάρτηση από τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Η στασιμότητα στην οικονομία έχει και πολιτικές συνέπειες. Η απογοήτευση απέναντι στο πολιτικό σύστημα εντείνεται, ενώ από το δημοψήφισμα του Brexit μέχρι σήμερα η χώρα έχει αλλάξει έξι πρωθυπουργούς. Ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ αντιμετωπίζει ήδη σημαντική φθορά, δύο χρόνια μετά την εκλογική του νίκη.
Η νέα γενιά και η απώλεια του βρετανικού ονείρου
Η κοινωνική ψυχολογία έχει αλλάξει ριζικά. Για δεκαετίες, η ιδιοκατοίκηση ήταν κεντρικό στοιχείο του βρετανικού ονείρου. Σήμερα, όλο και περισσότεροι νέοι θεωρούν την αγορά κατοικίας απρόσιτη. Σύμφωνα με την Capital Economics, η προθυμία των μη ιδιοκτητών να αγοράσουν σπίτι βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της δεκαετίας.
Η αλλαγή αυτή δεν οφείλεται μόνο στις υψηλές τιμές αλλά και στη μείωση της προσδοκίας για μελλοντικά κέρδη. Την περίοδο 1995-2004, οι πραγματικές τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 165%, δημιουργώντας τεράστιες υπεραξίες. Σήμερα, οι πολίτες δεν πιστεύουν ότι η αγορά ακινήτου θα τους εξασφαλίσει ανάλογη άνοδο.
Η κρίση προσφοράς και οι προοπτικές
Παράλληλα, η κρίση προσφοράς κατοικιών επιμένει. Η οικοδομική δραστηριότητα παραμένει χαμηλή, ενώ η ζήτηση ενισχύεται από τη μετανάστευση και την αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που παραμένει ακριβή, χωρίς όμως τη δυναμική πλούτου του παρελθόντος.
Οι προβλέψεις δεν είναι αισιόδοξες. Η Capital Economics εκτιμά ότι οι πραγματικές τιμές κατοικιών μπορεί να συνεχίσουν να υποχωρούν τα επόμενα χρόνια, εφόσον επιμείνει ο πληθωρισμός και οι ενεργειακές πιέσεις. Αν και δεν αναμένονται δραματικές μειώσεις, η στασιμότητα θεωρείται πλέον διαρθρωτική.
Μια νέα εποχή για τη Βρετανία
Η βρετανική οικονομία φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου το παλιό μοντέλο ανάπτυξης μέσω ακινήτων δεν αρκεί για να στηρίξει την κατανάλωση και την ευημερία. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη Deutsche Bank, είναι τόσο οικονομικό όσο και πολιτικό και κοινωνικό. Μια χώρα που έχτισε την ευημερία της πάνω στην άνοδο των τιμών των κατοικιών καλείται τώρα να αναζητήσει νέο αναπτυξιακό πρότυπο μέσα σε συνθήκες διεθνούς αβεβαιότητας και εσωτερικής κόπωσης.
Η «ασθένεια του τούβλου» δεν αφορά πλέον μόνο τη Βρετανία. Αποτελεί προειδοποίηση για πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες που στηρίχθηκαν περισσότερο στη διόγκωση της περιουσίας παρά στην πραγματική παραγωγή και τη βιώσιμη ανάπτυξη.








