Η ιστορία του Ηλία Πανταζή, η οποία αποκαλύφθηκε μέσα από την έρευνα της εκπομπής «Φως στο Τούνελ», φωτίζει την τραγική πορεία ενός ανθρώπου που, ύστερα από αλλεπάλληλες προσωπικές απώλειες, οδηγήθηκε στο περιθώριο, ενώ εδώ και τρεισήμισι μήνες αγνοείται η τύχη του. Ο 54χρονος άνδρας άφησε πίσω του τη ζωή στο Σίδνεϋ και βρέθηκε άστεγος στους δρόμους της Αθήνας.

«Όταν χώρισε τον απέρριψαν και άλλαξε η ζωή του»

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία για την εξαφάνιση του 54χρονου Ηλία Πανταζή από συγγενή του. Περιγράφει έναν άνθρωπο βαθιά πληγωμένο από τη ζωή, που έμεινε σταδιακά ολομόναχος αφού κανείς δεν τον ήθελε.

«Ο πατριός του πέθανε πρόσφατα, τον Φεβρουάριο έγινε η κηδεία του. Είχε χάσει και τη μητέρα του, που ήταν το στήριγμά του. Από τότε ένιωθε εντελώς μόνος», λέει χαρακτηριστικά.

Όπως αποκαλύπτει, ο Ηλίας είχε παντρευτεί στο παρελθόν στην Πάτρα και είχε αποκτήσει παιδί. Μετά τον χωρισμό του επέστρεψε στην οικογένειά του, χωρίς όμως να βρει τη στήριξη που είχε ανάγκη. «Ο πατέρας του ζει αλλά δεν θέλει καμία επικοινωνία μαζί του. Είναι εξοργιστικό… Σαν να μην υπήρξε ποτέ στη ζωή τους», αναφέρει με πικρία.

«Έχει παιδί. Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τον γιο του πουθενά… Ξέρουμε μόνο ότι κάποια στιγμή ήταν πρωταθλητής στο kick boxing». Η συγγενής περιγράφει έναν άνθρωπο καλοσυνάτο, που παρά τη δική του εξαθλίωση νοιαζόταν πάντα για τους άλλους. «Μπορούσε να βρει πορτοφόλι στον δρόμο και να το πάει στην αστυνομία γιατί σκεφτόταν ότι κάποιος μπορεί να μην έχει να πάρει γάλα στο παιδί του. Έκανε κακό μόνο στον εαυτό του».

Όπως λέει, προσπαθούσε διαρκώς να τον πείσει να φύγει από τον δρόμο και να μην ζει σαν άστεγος.

Η ίδια, δεν σταμάτησε στιγμή να τον αναζητά. «Έψαξα νοσοκομεία, αζήτητα, ακόμα και ασθενείς χωρίς στοιχεία. Δεν βρήκαμε τίποτα».

Δίπλα του τα τελευταία χρόνια στάθηκαν λίγοι. Δεκαεννέα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι που έγιναν η οικογένειά του μέσω μιας ομάδας στο Viber που ονόμασαν «Οι φίλοι του Ηλία». Ήταν εκείνοι που φρόντιζαν για την σίτισή του, τον προστάτευαν, του έδιναν ρούχα και σήμερα οργώνουν νοσοκομεία και δρόμους αναζητώντας έστω ένα ίχνος ζωής. Σε αυτήν την κοινή ομάδα συνομιλιών ο Ηλίας έστειλε πριν χαθεί στις 21 Ιανουαρίου ένα πικρό μήνυμα για εκείνους που τον έδιωχναν από παντού, ακόμα και από τον οίκο του θεού, στερώντας του και την τελευταία ελπίδα επιβίωσης.

Σε αυτό το μήνυμα αποτυπώνεται η μοναξιά, η ψυχική του φόρτιση, αλλά και η ανάγκη του να αισθανθεί πως εξακολουθεί να ανήκει κάπου.

Με λόγια γεμάτα ευγνωμοσύνη προς όσους τον βοηθούσαν καθημερινά, περιγράφει τη δύσκολη ζωή που βίωνε, τις ώρες περισυλλογής και προσευχής, αλλά και την πίκρα που ένιωθε το τελευταίο διάστημα.

«Καλημέρα! Καλή εβδομάδα και καλή Σαρακοστή! Σήμερα ελπίζω πως, με όλα όσα θα μοιραστώ μαζί σας, δεν θα σας κουράσω, δεν θα σας στενοχωρήσω, δεν θα σας λυπήσω ούτε θα σας θυμώσω. Ξέρετε όμως πολύ καλά πως μαζί σας μοιράζομαι τα πάντα. Όλες μου τις σκέψεις, τις ανησυχίες μου και γενικά ό,τι έχει να κάνει με εμένα. Και σας λέω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» μέσα από την καρδιά μου. Γιατί έχω το πιο ανεκτίμητο δώρο που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος: ανθρώπους δίπλα του. Χριστιανούς ανθρώπους.

»Γιατί για μένα δεν υπάρχει «καλός» ή «κακός» Χριστιανός. Ή είσαι Χριστιανός ή δεν είσαι. Πέρα από τη βοήθεια ζωής και τον καθημερινό αγώνα που κάνετε για να με κρατάτε όρθιο και ζωντανό, υπάρχουν και εκείνες οι περίεργες, μοναχικές ώρες… Όταν τελειώνω από το καθάρισμα στο υπόγειο, κάνω πρώτα την ευχαριστήρια προσευχή μου στον Κύριο Ιησού Χριστό. Αν δεν φτιάξω κάτι χειροποίητο και είναι ακόμη νωρίς για μελέτη της Αγίας Γραφής, τότε κάνω περισυλλογή. Σκέφτομαι την εβδομάδα που πέρασε, τα λάθη και τις αμαρτίες μου, ζητώ συγχώρεση μέσα από την προσευχή και τη σοφία να μην τα επαναλάβω», λέει χαρακτηριστικά.

Όπως αναφέρει, κάποιοι άνθρωποι της εκκλησίας άρχισαν να κρατούν αποστάσεις από εκείνον.

«Ας ξεκινήσω λοιπόν… Χθες το πρωί έφτασα στον ναό στις 6:30 π.μ. Μπήκα, άναψα ένα κερί, προσκύνησα τις εικόνες και βγήκα έξω να καθίσω, όπως κάνω τόσα χρόνια, μπροστά στην πόρτα. Εκεί μου αρέσει πολύ, γιατί και τη λειτουργία ακούω και μπορώ να υποδέχομαι τον κόσμο. Αυτούς τους ανθρώπους που, όπως μου λένε, έρχονται και περιμένουν να με δουν, πάντα με ένα αληθινό και γεμάτο αγάπη χαμόγελο. Δεν θα πω ονόματα, ούτε αν ήταν άνδρας ή γυναίκα. Ένας άνθρωπος μού είπε το πρωί: «Ηλία, ξέρεις πολύ καλά πως όλα αυτά τα χρόνια, σου έχουμε δείξει ότι σε αγαπάμε αληθινά. Αλλά επειδή εδώ έχει στραβώσει η κατάσταση με τους ιερείς και κανονικά πρέπει να σου κόψουμε ακόμη και την καλημέρα, όταν με βλέπεις να έρχομαι, πήγαινε σε εκείνο το σημείο και θα σου αφήνω εκεί ό,τι είναι… Ειλικρινά ντρέπομαι. Συγγνώμη. Αλλά καταλαβαίνεις»

«Περίπου δέκα λεπτά μετά, είμαι πάλι στην πόρτα. Έχει βγει από το παγκάρι ο υπάλληλος που είναι εκεί και ετοιμάζεται να μπει κάποιος μέσα. Ειλικρινά, θέλω να με πιστέψετε. Το ξέρω ότι είναι αγνή ψυχή. Με κοίταξε, κοίταξε και τον υπάλληλο και με σχεδόν βουρκωμένα μάτια και χαμηλωμένο βλέμμα μου είπε: “Ηλία, συγγνώμη… Δεν μπορώ να σου δώσω…” Και τώρα πραγματικά αυτό έχει καταντήσει γελοίο. Γιατί πριν γίνει όλο αυτό, ήμουν «καλός» άνθρωπος, «καλός» ζητιάνος, «καλός» εργάτης όταν χρειαζόταν δουλειά χωρίς χρήματα. Το τελευταίο που θέλω να μοιραστώ είναι πως πήγα να αφήσω μερικά ρούχα και μπουφάν σε ανθρώπους που ξέρω ότι τα έχουν ανάγκη. Όταν έφτασα στο παγκάκι όπου κάθονταν δέκα-δεκαπέντε άτομα, άρχισαν πάλι τα σχόλια: “Καλώς τον Χριστιανό… τον παπά…”».

Το χειρότερο όπως λέει όμως ήταν όταν κάποιος του είπε: «“Τώρα τι έχεις να πεις; Για πες… Σε διώξανε με τις κλωτσιές! Εδώ ούτε στην εκκλησία δεν σε αφήνουν να πατήσεις. Τόσο καιρό μας έλεγες διάφορα και μας είχες πρήξει. Να τώρα… Καλά να πάθεις…” Και πραγματικά δεν ήξερα τι να απαντήσω. Άφησα τα ρούχα και έφυγα… Συγγνώμη αν σας κούρασα. Καλημέρα και πάλι. Καλή εβδομάδα σε όλους».

Φίλος και γείτονάς του είπε στην εκπομπή:

«Ο Ηλίας συνήθιζε να πηγαίνει στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας και να ζητά βοήθεια. Έτσι γνωριστήκαμε. Αρχίσαμε να μιλάμε και σιγά-σιγά μου άνοιξε την καρδιά του, λέγοντάς μου πράγματα για τη ζωή του. Όποτε χρειαζόταν κάτι, με έπαιρνε τηλέφωνο ή μου έστελνε μήνυμα και, όσο μπορούσα, τον βοηθούσα.

»Γενικά, ο κόσμος τον στήριζε — του πήγαιναν φαγητό και του έδιναν λίγα χρήματα, γιατί ήταν αγαπητός σε όλους. Και αυτό γιατί, παρά τις απίστευτες δυσκολίες που είχε περάσει, δεν παραπονιόταν ποτέ. Αυτό ήταν το πιο συγκλονιστικό στον Ηλία. Πριν από κάποια χρόνια είχε χάσει τη μητέρα του, με την οποία ζούσαν μαζί στο σπίτι της. Μετά τον θάνατό της, συγγενείς από τον δεύτερο γάμο της τον απομάκρυναν από το σπίτι», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο φίλος του εξηγεί πως, αν και αρκετοί άνθρωποι προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν με όποιον τρόπο μπορούσαν, κανείς δεν ήταν σε θέση να του εξασφαλίσει μια μόνιμη στέγη και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.

«Κάποιες φορές, σε ακραίες περιπτώσεις, του πλήρωναν ακόμη και δωμάτιο σε ξενοδοχείο. Όπως θα δείτε και από τον χώρο όπου έμενε, δεν ήταν μέρος για να ζει άνθρωπος. Ειδικά τον χειμώνα, είχε αφόρητο κρύο και νερά που έτρεχαν παντού. Η άλλη επιλογή του ήταν να κοιμάται σε κάποιο παγκάκι.

»Είχε και σοβαρά προβλήματα υγείας. Από το κρύο είχε συγκεντρωθεί υγρό στον πνεύμονά του και κατά καιρούς επισκεπτόταν γιατρούς ή νοσηλευόταν. Άλλοι φίλοι του μού είπαν ότι τον αναζήτησαν παντού, ακόμη και στα νοσοκομεία, χωρίς όμως να βρουν κάποιο στοιχείο».

Η τελευταία συνάντηση

Η τελευταία τους συνάντηση έγινε το απόγευμα της Τετάρτης 21 Ιανουαρίου, έπειτα από πρωτοβουλία του φίλου του, λόγω της κακοκαιρίας.

«Του είπα να περάσει από το σπίτι για να του δώσω λίγα χρήματα, ώστε να αγοράσει μια φιάλη υγραερίου που χρειαζόταν. Πριν φύγει, μου ζήτησε μια ομπρέλα. Του την έδωσα. Επειδή μένουμε κοντά, είχε έρθει με τα πόδια και όχι με το ποδήλατό του.

»Ήταν ο συνηθισμένος Ηλίας: χαμογελαστός, όπως πάντα. Είχε μαζί του και το κινητό του τηλέφωνο. Μετά χάθηκαν τα ίχνη του. Αργότερα έμαθα πως ήταν ενεργός την Πέμπτη στο Viber, χωρίς όμως να διαβάζει τα μηνύματα που του έστελναν. Εκεί άρχισαν όλοι να ανησυχούν. Πήγα ακόμη και στην ενορία του και μίλησα με τον πνευματικό του, αλλά κανείς δεν τον είχε δει», καταλήγει.

«Ήταν άκακος άνθρωπος με πίστη στον Θεό»

Στην κάμερα της εκπομπής μίλησε ακόμη ένας φίλος από την ομάδα υποστήριξης του Ηλία Πανταζή που χάθηκε στη Μεταμόρφωση. Πρόκειται για ομάδα στο Viber με τίτλο «Οι φίλοι του Ηλία». Ο μάρτυρας περιγράφει έναν άνθρωπο άκακο, βαθιά θρησκευόμενο και ακίνδυνο, που δεν είχε ποτέ κακό λόγο να πει για κανέναν.

«Γνώρισα τον Ηλία πριν από περίπου τρία χρόνια, τυχαία στον δρόμο. Μιλήσαμε λίγο και αμέσως τον συμπάθησα. Από τότε συναντιόμαστε σχεδόν κάθε πρωί και να τον βοηθούσα όσο μπορούσα. Ο Ηλίας κρατούσε πάντα ένα κομποσκοίνι στο χέρι, προσευχόταν συχνά και πήγαινε στην εκκλησία. Κάποια στιγμή μού είχε πει πως κάποιοι του φώναξαν μέσα στην εκκλησία, χωρίς όμως να μου εξηγήσει τι είχε συμβεί.

»Είναι πραγματικά μυστήριο αυτό που έγινε. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί χάθηκε. Το τελευταίο πρωινό που τον είδα ήταν στις 21 Ιανουαρίου, γύρω στις οκτώ. Έβρεχε πολύ και έκανε φοβερό κρύο. Του είπα να πάει κάπου να προφυλαχθεί και μου απάντησε πως αυτό σκόπευε να κάνει. Από τότε δεν τον ξαναείδε κανείς», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σπύρος Στέργιος.

Ο Ηλίας του είχε πει εκείνο το πρωϊνό ότι πιθανότατα θα πήγαινε σε κάποιο ξενοδοχείο, όπως συνήθιζε όταν ο καιρός ήταν πολύ δύσκολος.

«Κάποιοι φίλοι του φρόντιζαν να του εξασφαλίζουν ένα δωμάτιο για να κάνει μπάνιο και να ζεσταθεί. Συνήθως πήγαινε είτε στο ξενοδοχείο “Ίβισκος” είτε στο “Πλάτων”, που βρίσκονται εδώ κοντά. Αρκετοί φίλοι έτρεξαν να ρωτήσουν. Δεν βρέθηκε πουθενά… Είναι σαν να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε. Το πιο περίεργο είναι ότι άφησε πίσω ακόμη και το ποδήλατό του, το οποίο είχε πάντα μαζί του», λέει.

Οι φίλοι του εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις για το πού μπορεί να βρίσκεται και είχαν απευθυνθεί όλοι μαζί στην Αστυνομία, ελπίζοντας πως θα προκύψει κάποιο στοιχείο, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

«Ο Ηλίας ήταν πολύ περήφανος άνθρωπος και δεν μιλούσε εύκολα για όσα είχε περάσει. Ξέρω μόνο ότι η μητέρα του είχε φύγει από τη ζωή εδώ και πολλά χρόνια, αφού είχε κάνει δεύτερο γάμο. Ο Ηλίας ζούσε μαζί με εκείνη και τον πατριό του, όμως, όπως μου είχε πει, δεν του φέρονταν καλά, ούτε εκείνος, ούτε η ετεροθαλής αδερφή του. Κάποιες φορές εξέφραζε το παράπονό του, αλλά ποτέ δεν γκρίνιαζε.

»Μου είχε εκμυστηρευτεί επίσης ότι είχε παντρευτεί και είχε αποκτήσει έναν γιο, όμως μετά τον χωρισμό του ξεκίνησε η μεγάλη κατηφόρα στη ζωή του. Είχε χάσει και τον αδερφό του σε τροχαίο δυστύχημα. Γενικά, είχε περάσει πάρα πολλά και ίσως όλα αυτά να τον είχαν λυγίσει. Από εκεί και πέρα, κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά συνέβη», καταλήγει.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000