Η κρίση στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ ανεβάζουν τις τιμές ενέργειας και επαναφέρουν το σενάριο σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη, με τους επενδυτές να μεταφέρουν τις προβλέψεις για αύξηση επιτοκίων από το 2028 στο 2026.

Η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις της στην αγορά ενέργειας αρχίζουν να επηρεάζουν άμεσα τις προσδοκίες των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών. Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη, έχει προκαλέσει απότομη άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αναζωπυρώνοντας τον φόβο επιστροφής του πληθωρισμού.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επενδυτές εκτιμούν πλέον ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μπορεί να αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια ήδη μέσα στο 2026, εγκαταλείποντας το σενάριο μακροχρόνιας σταθερότητας που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα. Σύμφωνα με τις τιμές των συμβολαίων επιτοκίων (interest rate swaps) που παρακολουθούν οι αγορές, η πιθανότερη στιγμή για μια τέτοια κίνηση τοποθετείται πλέον στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου.

Αν επιβεβαιωθεί αυτή η εκτίμηση, η αύξηση θα είναι της τάξης των 25 μονάδων βάσης, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο από το σημερινό επίπεδο του 2%. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στις προσδοκίες των αγορών, καθώς μέχρι πριν από λίγες ημέρες η επόμενη αύξηση επιτοκίων θεωρούνταν πιθανή μόνο μετά το 2028.

Η μεταβολή αυτή δείχνει πόσο ευαίσθητες είναι οι οικονομικές προοπτικές στις εξελίξεις της γεωπολιτικής. Μέχρι πρόσφατα, η ευρωζώνη βρισκόταν σε μια σχετικά σπάνια περίοδο ισορροπίας, όπου ο πληθωρισμός είχε επιστρέψει κοντά στον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αγορές ανέμεναν μια μακρά περίοδο σταθερών επιτοκίων.

Ωστόσο, η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή άλλαξε δραστικά το σκηνικό. Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί βασική αρτηρία για τη διεθνή αγορά ενέργειας, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Η διακοπή της κυκλοφορίας δεξαμενόπλοιων έχει περιορίσει την προσφορά και έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών.

Η εξέλιξη αυτή θυμίζει στους επενδυτές τις πληθωριστικές πιέσεις που είχαν εμφανιστεί τα προηγούμενα χρόνια. Η τελευταία μεγάλη κρίση πληθωρισμού ξεκίνησε το 2021, όταν η ενεργειακή αγορά επηρεάστηκε από τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα μετά την πανδημία και στη συνέχεια από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Τότε η ΕΚΤ αναγκάστηκε να προχωρήσει σε έναν επιθετικό κύκλο αυξήσεων επιτοκίων για να συγκρατήσει τις τιμές.

Η τελευταία αύξηση επιτοκίων πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2023, ολοκληρώνοντας εκείνο τον κύκλο σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής. Από τότε η ΕΚΤ είχε κινηθεί προς μια πιο ουδέτερη στάση, θεωρώντας ότι η πληθωριστική κρίση είχε πλέον περιοριστεί.

Οι πρόσφατες εξελίξεις όμως δημιουργούν έναν νέο κίνδυνο. Οι τιμές της ενέργειας επηρεάζουν σχεδόν κάθε τομέα της οικονομίας. Όταν αυξάνονται, μετακυλίονται στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και τελικά στις τιμές καταναλωτή. Αν η άνοδος διαρκέσει αρκετό χρόνο, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένας νέος κύκλος πληθωρισμού.

Η ίδια η ΕΚΤ είχε ήδη επισημάνει τον κίνδυνο αυτό πριν ακόμη ξεσπάσει η τελευταία κρίση. Στα πρακτικά της συνεδρίασης της 4ης Φεβρουαρίου, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα, αναφερόταν ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση των τιμών της ενέργειας και συνεπώς σε υψηλότερο πληθωρισμό.

Στο σχετικό έγγραφο σημειώνεται ότι «ο πληθωρισμός θα μπορούσε να κινηθεί υψηλότερα αν υπάρξει μια επίμονη άνοδος στις τιμές της ενέργειας», ενώ γίνεται αναφορά στον κίνδυνο οι γεωπολιτικές εντάσεις να προκαλέσουν περαιτέρω ανατιμήσεις. Το σενάριο αυτό φαίνεται πλέον να επιβεβαιώνεται μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν και την αβεβαιότητα για το πότε θα επαναλειτουργήσει πλήρως το Στενό του Ορμούζ.

Αν και η Ευρώπη δεν εξαρτάται άμεσα από τις εισαγωγές πετρελαίου ή φυσικού αερίου από τη συγκεκριμένη περιοχή, οι επιπτώσεις φτάνουν έμμεσα και στην ευρωζώνη. Η αύξηση των τιμών ενέργειας επηρεάζει την παγκόσμια αγορά και μεταφέρεται σε όλες τις οικονομίες μέσω του εμπορίου και των αγορών πρώτων υλών.

Η αλλαγή στις προσδοκίες των αγορών είναι εντυπωσιακή. Μέχρι πριν από λίγες ημέρες, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρακολουθούσε η ίδια η ΕΚΤ, η επόμενη πιθανή αύξηση επιτοκίων θεωρούνταν πιθανή γύρω στις αρχές του 2028. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, οι αγορές μετέφεραν αυτή την πρόβλεψη σχεδόν δύο χρόνια νωρίτερα.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέα αβεβαιότητα για την ευρωπαϊκή οικονομία. Η αύξηση των επιτοκίων αποτελεί το βασικό εργαλείο των κεντρικών τραπεζών για την καταπολέμηση του πληθωρισμού, αλλά ταυτόχρονα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.

Υψηλότερα επιτόκια σημαίνουν αυξημένο κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Οι επενδύσεις περιορίζονται, η κατανάλωση μειώνεται και η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται. Για αυτόν τον λόγο οι αγορές παρακολουθούν με ιδιαίτερη ανησυχία τις εξελίξεις στην ενεργειακή αγορά.

Το βασικό ερώτημα πλέον είναι η διάρκεια της κρίσης στο Ορμούζ. Αν το στενό παραμείνει κλειστό για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ενδέχεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, μεταφέροντας τις πιέσεις σε ολόκληρη την οικονομία.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ΕΚΤ θα βρεθεί μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: να προστατεύσει την οικονομική ανάπτυξη ή να προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων για να αποτρέψει μια νέα πληθωριστική κρίση. Οι αγορές φαίνεται ότι ήδη προεξοφλούν τη δεύτερη επιλογή.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.