Το Ιράν εμφανίζεται αποφασισμένο να εκδικηθεί για τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων, μετά την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης το Σάββατο. Η Τεχεράνη συνέχισε τη Δευτέρα (2/3) να πλήττει στόχους του Ισραήλ και στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στον Περσικό Κόλπο.

Μετά την επιβεβαίωση του θανάτου του Χαμενεΐ από τα ιρανικά κρατικά μέσα την Κυριακή, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ορκίστηκαν εκδίκηση και εξαπέλυσαν αυτό που χαρακτήρισαν ως «τις βαρύτερες επιθετικές επιχειρήσεις στην ιστορία των ενόπλων δυνάμεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας», εναντίον «κατεχόμενων εδαφών» και «βάσεων Αμερικανών τρομοκρατών».

Ο αρχηγός του στρατού, Αμίρ Χαταμί, δεσμεύθηκε να συνεχίσει την άμυνα της χώρας, ενώ ο στρατός ανακοίνωσε ότι μαχητικά αεροσκάφη του βομβάρδισαν αμερικανικές βάσεις στην περιοχή του Κόλπου την Κυριακή. Δεν είναι η πρώτη φορά που το Ιράν στοχοποιεί το Ισραήλ και αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο. Τον περασμένο Ιούνιο, κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου με το Ισραήλ, η Τεχεράνη είχε εξαπολύσει μπαράζ βαλλιστικών πυραύλων εναντίον ισραηλινών στόχων και της αμερικανικής βάσης Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ. Οι περισσότεροι πύραυλοι αναχαιτίστηκαν, ενώ η επίθεση θεωρήθηκε τότε περισσότερο συμβολική.

Αναλυτές άμυνας υποστηρίζουν, ότι φέτος το Ιράν έχει αναθεωρήσει τη στρατηγική του, υιοθετώντας πιο επιθετική στάση με επίκεντρο την επιβίωση του καθεστώτος.

Η δομή των ιρανικών Ενόπλων Δυνάμεων

Η στρατιωτική ισχύς του Ιράν θεωρείται πολύπλοκη και δυσδιάκριτη. Η χώρα διαθέτει παράλληλους στρατούς, πολλαπλές υπηρεσίες πληροφοριών και πολυεπίπεδες διοικητικές δομές, που υπάγονται απευθείας στον ανώτατο ηγέτη, ο οποίος είναι και αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων.

Οι δύο κύριοι στρατοί είναι ο Artesh – ο τακτικός στρατός που είναι υπεύθυνος για την εδαφική άμυνα και τον συμβατικό πόλεμο – και το IRGC, που πέρα από την άμυνα προστατεύει και την πολιτική δομή της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το IRGC ελέγχει επίσης τον εναέριο χώρο και το οπλοστάσιο μη επανδρωμένων αεροσκαφών, που αποτελούν βασικό στοιχείο της αποτρεπτικής στρατηγικής του Ιράν απέναντι σε επιθέσεις από Ισραήλ και ΗΠΑ.

Αναλυτές δηλώνουν ότι αυτή η πολυσύνθετη δομή είναι σκόπιμη, ώστε να προστατεύει τη χώρα τόσο από εξωτερικές όσο και από εσωτερικές απειλές, όπως πραξικοπήματα.

Η ιρανική απάντηση στις επιθέσεις

Μετά τα συντονισμένα πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ το Σάββατο (28/2), η Τεχεράνη αντέδρασε με επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών βάσεων και υποδομών σε όλη την περιοχή του Κόλπου, χρησιμοποιώντας μη επανδρωμένα αεροσκάφη Shahed και βαλλιστικούς πυραύλους υψηλής ταχύτητας.

Παρότι οι περισσότερες εκτοξεύσεις αναχαιτίστηκαν, ορισμένες έπληξαν στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους. Σύμφωνα με το ιρανικό υπουργείο Άμυνας, το Σάββατο εκτοξεύθηκαν 137 πύραυλοι και 209 drones προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, προκαλώντας πυρκαγιές κοντά σε γνωστά ορόσημα του Ντουμπάι. Θύματα αναφέρθηκαν και στα αεροδρόμια του Αμπού Ντάμπι, του Ντουμπάι και του Κουβέιτ.

Την Κυριακή (1/3), τουλάχιστον εννέα άνθρωποι σκοτώθηκαν και πάνω από είκοσι τραυματίστηκαν από ιρανική πυραυλική επίθεση στην ισραηλινή πόλη Μπεΐτ Σεμές.

Η στρατηγική της Τεχεράνης

Σύμφωνα με τον Βρετανό σύμβουλο ασφάλειας Τζον Φίλιπς, η τρέχουσα στρατηγική του Ιράν στοχεύει στην επιβίωση υπό την πίεση Ισραήλ και ΗΠΑ, στην αποκατάσταση της αποτρεπτικής του ικανότητας και στην απάντηση μέσω ασύμμετρης κλιμάκωσης με πυραύλους, drones και συμμάχους-πληρεξούσιους.

Ο Φίλιπς εξηγεί ότι το Ιράν εφαρμόζει στρατηγική «ασύμμετρης αντοχής», διασκορπίζοντας τις διοικητικές του δομές και προστατεύοντας τις λεγόμενες «πόλεις πυραύλων» για να διατηρήσει δυνατότητα δεύτερου πλήγματος. Παράλληλα, αξιοποιεί τις δυνάμεις της Χεζμπολάχ και άλλων οργανώσεων στη Μέση Ανατολή για να πιέσει τα συστήματα άμυνας του Ισραήλ και των ΗΠΑ.

Το Ιράν έχει επίσης απειλήσει να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, στρατηγικό πέρασμα απ’ όπου διέρχεται το 20%-30% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αν και δεν έχει προχωρήσει ακόμη, περισσότερα από 150 δεξαμενόπλοια έχουν αγκυροβολήσει στα ανοιχτά, σύμφωνα με στοιχεία ναυσιπλοΐας.

Αλλαγή δόγματος μετά τον πόλεμο του 2025

Κατά τον πόλεμο του Ιουνίου 2025, το Ισραήλ, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, εξαπέλυσε αεροπορικές επιθέσεις σε ιρανικούς στρατιωτικούς και πυρηνικούς στόχους. Το Ιράν απάντησε με εκατοντάδες πυραύλους κατά ισραηλινών πόλεων, πριν επιτευχθεί εκεχειρία στις 24 Ιουνίου.

Έκτοτε, σύμφωνα με τον Φίλιπς, η Τεχεράνη μετατόπισε το στρατιωτικό της δόγμα από αμυντικό σε ξεκάθαρα επιθετικό, με έμφαση στη χρήση πυραύλων, drones, κυβερνοεπιθέσεων και ενεργειακής πίεσης. Ωστόσο, παραμένει περιορισμένη λόγω ζημιών, κυρώσεων και εσωτερικής αστάθειας.

Αντοχή και προοπτικές της σύγκρουσης

Αναλυτές εκτιμούν ότι είναι πρόωρο να κριθεί αν η νέα στρατηγική αποδίδει. Το Ιράν διατηρεί ικανότητα πυραυλικών και μη επανδρωμένων επιθέσεων, αλλά έχει υποστεί σοβαρές απώλειες σε υποδομές και οικονομία μετά τον θάνατο του Χαμενεΐ.

Παράλληλα, Ιρανοί αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι κάθε επίθεση από ΗΠΑ ή Ισραήλ θα θεωρηθεί έναρξη ευρύτερου πολέμου. Ο πρόεδρος της Βουλής, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, δήλωσε: «Περάσατε τη κόκκινη γραμμή μας και θα πληρώσετε το τίμημα».

Ο Φίλιπς εκτιμά ότι το Ιράν μπορεί να διατηρήσει διακεκομμένες επιχειρήσεις με πυραύλους, drones και κυβερνοεπιθέσεις για χρόνια, αλλά η παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερική αναταραχή και οικονομική κατάρρευση, οδηγώντας την Τεχεράνη σε εναλλαγή φάσεων κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης.

Η αντοχή ΗΠΑ και Ισραήλ

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει προειδοποιήσει το Ιράν για «δύναμη που δεν έχει ξαναδεί ο κόσμος» αν υπάρξει αντίποινα, χωρίς όμως να ξεκαθαρίζει τη διάρκεια της σύγκρουσης. Από τον Φεβρουάριο, οι ΗΠΑ έχουν ενισχύσει σημαντικά τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή με δεκάδες αεροσκάφη και μαχητικά τελευταίας γενιάς.

Ο καθηγητής Κρίστοφερ Φέδερστοουν από το Πανεπιστήμιο του Γιορκ σημειώνει ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πολιτικούς περιορισμούς και εγχώρια αντίδραση, ενώ το Ισραήλ, αν και διατηρεί ποιοτική υπεροχή και αμερικανική υποστήριξη, θα δεχθεί πίεση να σταθεροποιήσει την κατάσταση.

Ο Φίλιπς καταλήγει ότι, αν και οι ΗΠΑ μπορούν να συντηρήσουν μακροχρόνια επιχειρησιακή δραστηριότητα, ο καθοριστικός παράγοντας θα είναι η πολιτική βούληση και η στρατηγική προτεραιότητα. Το επίκεντρο, όπως λέει, είναι η ικανότητα της Ουάσιγκτον να ευθυγραμμίσει τη στρατηγική αποτροπής της με την περιορισμένη διάθεση του κοινού για έναν νέο, ανοιχτό πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.