Υπάρχει κάτι αφοπλιστικά γνήσιο στον τρόπο που ο Γιάννης Νιάρρος τοποθετείται απέναντι στην τέχνη του και, κυρίως, απέναντι στην ίδια την έννοια της επιτυχίας. Για έναν ηθοποιό που έχει ήδη προλάβει να «γράψει» χιλιόμετρα στις πιο απαιτητικές θεατρικές σκηνές και να τιμηθεί με το «Βραβείο Χορν», η είσοδος στη μικρή οθόνη δεν μοιάζει με μια συμβατική επαγγελματική κίνηση, αλλά με μια συνειδητή επιλογή ενός καλλιτέχνη που ξέρει να περιμένει την κατάλληλη στιγμή. Αυτή η στιγμή ήρθε με την πρεμιέρα της μεγάλης παραγωγής του MEGA, «Οι Αθώοι», η οποία μετά το δυναμικό της ξεκίνημα επιστρέφει με το δεύτερο επεισόδιο την Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου στις 22:20.
Η θεατρική ορμή και η «σφραγίδα» του Χορν
Η διαδρομή του Νιάρρου, με καταγωγή από την Ερεσό της Λέσβου, δεν ακολούθησε την πεπατημένη. Αν και η επαφή του με την υποκριτική ξεκίνησε από την προεφηβεία – στα 12 του έπαιξε στην τηλεόραση πλάι στον Γιάννη Μπέζο στη σειρά «Μαχαιρώματα» – , η πραγματική του «θητεία» στην επικοινωνία με το κοινό σφυρηλατήθηκε σε ένα απρόσμενο πεδίο: τα παιδικά πάρτι. Για επτά χρόνια, εργαζόμενος ως κλόουν, έμαθε να διαχειρίζεται την έκθεση και την πίεση, μετατρέποντας το γέλιο σε εργαλείο επιβίωσης πάνω στη σκηνή. Αυτή η πρώιμη εμπειρία της έκθεσης αποτέλεσε το θεμέλιο για τις μετέπειτα ερμηνείες του, που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στο σύγχρονο θέατρο.
Από τον ηλεκτρισμένο Γιώργο στο «Στέλλα, Κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη —έναν ρόλο που του χάρισε το Βραβείο Χορν— μέχρι την καθηλωτική του παρουσία στο «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, ο Νιάρρος απέδειξε πως διαθέτει ένα σπάνιο ερμηνευτικό εύρος. Είτε υποδύεται τον γιο μιας δυσλειτουργικής οικογένειας που ασφυκτιά, είτε έναν έφηβο στο φάσμα του αυτισμού που προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τον κόσμο, καταφέρνει να μετατοπίζει το συναίσθημα του θεατή από τον ρεαλισμό στην απόλυτη ποίηση.
Ο Πέτρος και η ανατομία ενός «ερωτευμένου νταή»
Στους «Αθώους», ο Γιάννης Νιάρρος καταβυθίζεται στο σύμπαν του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, όπως αυτό αναπλάστηκε με κινηματογραφικούς όρους από την πένα της Ελένης Ζιώγα και τη σκηνοθετική ματιά των Νίκου και Άγγελου Κουτελιδάκη. Ο ρόλος του Πέτρου αποτελεί για εκείνον μια γοητευτική πρόκληση, καθώς απέχει παρασάγγας από τα στερεότυπα. Ο ίδιος περιγράφει τον χαρακτήρα του με μια δόση αυτοσαρκασμού: «Ήταν μια μείξη ενός ερωτευμένου νταή που ήταν ένα challenge. Έχει κι ένα σύνδρομο κατωτερότητας που τον κάνει να είναι ζηλόφθων. Προσπαθεί από μικρός να επιβληθεί στους γύρω του με τον λάθος τρόπο».
Η συμμετοχή του στη σειρά ήταν αποτέλεσμα μιας ιδανικής συγκυρίας, όπου το υψηλό επίπεδο της παραγωγής συνάντησε την προσωπική του ανάγκη για έναν ρόλο που «δεν του πάει καθόλου», ωθώντας τον σε νέα μονοπάτια. Η χημεία του με το υπόλοιπο καστ, και ιδιαίτερα με τον Κώστα Νικούλι, προσδίδει στη σειρά μια σπάνια αυθεντικότητα. Μέσα στο εκρηκτικό ερωτικό τρίγωνο της ιστορίας, ο Νιάρρος ισορροπεί ανάμεσα στον κυνισμό και το πάθος, σχολιάζοντας μάλιστα με χιούμορ τη θέση του στην πλοκή: «Εγώ γίνομαι ο κουμπάρος και όπως όλοι ξέρουμε “ο κουμπάρος την κουμπάρα…”».
Η απομυθοποίηση της επιτυχίας και ο παράγοντας τύχη
Πίσω από τα φώτα των γυρισμάτων, ο Γιάννης Νιάρρος παραμένει ένας άνθρωπος που επιζητά την ουσία και την ηρεμία, μακριά από την εικόνα του «άρρωστου καριερίστα» που ίσως τον στοίχειωνε στο παρελθόν. Η φιλοσοφία του για την επαγγελματική ζωή είναι πλέον ξεκάθαρη και απαλλαγμένη από περιττές φιλοδοξίες. «Υπάρχει μια πράξη που κάνεις στο κεφάλι σου: Τέχνη, λεφτά και πόσο καλά θα περάσεις. Εν τέλει θα ήθελα να είμαι το τρίτο, να περνάω καλά όσο μπορώ, να μην κουράζομαι», σημειώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
Αυτή η εσωτερική ισορροπία, την οποία αποδίδει εν πολλοίς και στη μακροχρόνια προσωπική του σχέση με την επίσης ηθοποιό σύντροφό του, τον οδηγεί στο να βλέπει τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις. Για τον ίδιο, η επιτυχία ή η αποτυχία δεν είναι παρά πρόσκαιρες καταστάσεις χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο στην ταυτότητά του. «Το πιο τρελό πράγμα που θα συμβεί είναι να πούμε ότι ήμουν καταπληκτικός ή ότι ήμουν χάλια. Το έχω απομυθοποιήσει και χαίρομαι πάρα πολύ. Δεν έχει σημασία για κανέναν στην πραγματικότητα», δηλώνει, ενώ αναγνωρίζει ευθαρσώς και τον ρόλο του απρόβλεπτου στη σταδιοδρομία του: «Είμαι κωλόφαρδος. Είναι μεγάλος ο παράγοντας τύχης».
Τα επόμενα βήματα: Από τη Στέγη στην Επίδαυρο
Το μέλλον του παραμένει εξίσου πολυδιάστατο με την προσωπικότητά του. Πέρα από την τηλεοπτική του παρουσία, η θεατρική του δραστηριότητα συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Τον Μάρτιο θα βρεθεί στη Στέγη με την παράσταση «Αχόρταγη σκιά», ενώ το καλοκαίρι ετοιμάζεται για μια ακόμη κάθοδο στην Επίδαυρο, συμμετέχοντας στο έργο «Άλκηστις» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζά. Παρά το γεγονός ότι δηλώνει πως το αρχαίο δράμα δεν είναι η φυσική του ροπή, επιλέγει να επιστρέψει εκεί λόγω της καλλιτεχνικής συγγένειας με τον σκηνοθέτη, αναζητώντας πάντα την αλήθεια πίσω από το κείμενο.
Για την ώρα, ωστόσο, το ενδιαφέρον στρέφεται στη μικρή οθόνη. Μέσα από τη συχνότητα του MEGA, ο Γιάννης Νιάρρος μας καλεί να ανακαλύψουμε τις πτυχές ενός ήρωα που, όπως και ο ίδιος ο ηθοποιός, αρνείται να μπει σε καλούπια, σε μια σειρά που φιλοδοξεί να επαναπροσδιορίσει την αισθητική της ελληνικής μυθοπλασίας. Το δεύτερο επεισόδιο των «Αθώων» έρχεται αυτή την Πέμπτη στις 22:20.







